Ο ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΜΠΙΧΛΙΜΠΙΔΗ

Εργασία του ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

Ο ΜΠΙΧΛΙΜΠΙΔΗΣ ΚΑΙ Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ

ΘΑΜΩΝΕΣ ΣΕ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΗΣ ΠΑΝΩ ΡΟΥΓΑΣ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ-ΘΕΜΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ-ΜΑΥΡΟΕΙΔΗΣ-ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΝΟΥΣΑΚΗΣ-ΖΑΦΕΙΡΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Τυχαία, όπως έπινα το καφεδάκι μου φτιαγμένο από τα χεράκια της κυρά Σπυρούλας Σοφού στο παραδοσιακό καφενεδάκι της στην πέρα ρούγα, άκουσα την παρακάτω ιστορία:  Ο Μπιχλιμπίδης ήταν από το χωριό  Σαρακινάδα της Ορεινής Τριφυλίας. Κατά την πληροφορίες του μπάρμπα Αποστόλη Παυλόπουλου είχε έρθει κυνηγημένος από τα χωριά της Ορεινής Μάνης γύρω στο 1885 με 1890, μπλεγμένος με γυναικοδουλειές και χαρτοπαιξία. Η Σπυρούλα Σοφού και ο Κώστα Μυλωνάς είχαν πληροφορίες από τον Κώτσο – Μακαρούνη πως το πραγματικό όνομα του Μπιχλιμπίδη ήταν Θανάσης Δημητρακόπουλος. Είχε πάρει γυναίκα από τα πίσω χωριά του Σελλά από το Καλογερέσι, και την γυναίκα του την έλεγαν Θανάσω. Γεννημένος ζωοκλέφτης, εκείνη την εποχή ήταν αντριλίκι και καμάρι να είσαι ζωοκλέφτης, είχαν ρημάξει αυτός και η συμμορία του τα μαντριά, τα κοτέτσια και τους στάβλους των κατοίκων της περιοχής. Οι νυκοκυραίοι τραβάγαν τα μαλιά τους έτσι και τους έβαζε στο μάτι η συμμορία του Μπιχλιμπίδη. Είχε ταβέρνα στην Πάνω Ρούγα του Κοπανακίου. Το ισώγειο το χρησιμοποιούσε για μαγειριό και ταβέρνα, δεν ήταν λίγες οι φορές που είχαν διασκεδάσει με κρέας «αζύγιστο» μέχρι πρωίας από αρνιά, κατσικάκια, κότες και ότι άλλο κλέφτικο. το πατάρι το χρησιμοποιούσε για χαρτοπαικτική λέσχη, και άμα δεν είχες να πληρώσεις… έπεφτε και το σχετικό «σοπάκι»… Έλεγε ο Παπά «Χαρμούλας» ότι: Άμα κτυπήσει η καμπάνα για να καλέσει σε αγρύπνια κανείς από όλους αυτούς δεν έρχεται στην εκκλησία… όταν όμως ο Σατανάς ο Μπιχλιμπίδης καλεί για χαρτοπαίχνιο, κάθονται εκεί μέχρι τις πρωϊνές ώρες χάνοντας το χρήμα και τον χρόνο τους. Η χαρτοπαιξία είναι παιχνίδι δαιμονικό, και αυτοί που έχουν τέτοιες λέσχες σατανάδες με… εκατόν πενήντα κέρατα εννοώντας τον Μπιχλιμπίδη . Μου έλεγε ο μπάρμπα Αποστόλης ότι εκείνη την εποχή είχε άλλους εφτά παρέα στη συμμορία, ο ένας ήταν από το Κάτω Κοπανάκι, το Λαπι, τον Μελιγαλά, ένας άλλος στο Δυράχι, ένας στην Σαρακινάδα και ένας στα Πλατάνια και άλλος ένας  στο Μπιζό. «Παιδάκια βλαστάρια», ένα και ένα, «μπουμπούκια» με όλη τη σημασία της λέξης. Η δουλειά τους όπως ήταν διασκορπισμένοι ήταν να εντοπίζουν, να παρακολουθούν και να ειδοποιούν τον Μπιχλιμπίδη, και έτσι αυτός σε συνεννόηση με τους άλλους, να κάνουν τις κλεψιές τους προγραμματισμένα.  Έτσι γινόταν η δουλειά, το βράδυ κλέβανε το κοπάδι ή ότι άλλο είχαν και τα  προγραμματίσει, και σε λίγες ώρες τα είχαν μεταφέρει από το Ριπεσαίϊκο ποτάμι περνώντας πάνω από την κορυφή στα μέρη της Ολυμπίας. Από κει και πέρα τα παραλαβαίνανε οι κλεπταποδόχοι  εξαφανίζανε. Η Χριστίνα η κόρη του Βασίλη – Κώτσου  είχε πει στην Σπυρούλα Σοφού πως η γυναίκα του η Θανάσω Μπιχλιμπίδαινα μην αντέχοντας άλλο τέτοια ζωή τον παράτησε μια μέρα και χωρίς να πάρει τίποτα μαζί της για να μην την υποψιαστεί ο άνδρας της, κίνησε με τα πόδια και από μονοπάτια που γνώριζε γύρισε στα γονικά της στο Καλογερέσι. Πολύ του κακοφάνει του Μπιχλιμπίδη, της μήνυσε να γυρίσει, έπιασε και τους γονείς της, όμως αυτή ήταν ανένδοτη στην απόφασή της. Οι κογιόνιδες άρχισαν να του ρίχνουν τις μπιχτές τους και να του ανάβουν τα αίματα, τέλος δεν βάστηξε, και για να αποδείξει το ανδριλίκι και την μαγκιά  του, κίνησε για το χωριό της γυναίκας του το Καλογερέσι. Σαν έφτασε στο πατρικό της σπίτι, στέκεται κάτω από τα παθύρια της και  φωνάζει της γυναίκας του: «Θανάσω! Ωρή Θανάσω!»… Ποιος είναι ρωτάει εκείνη από μέσα. «Ο άνδρας σου σου μιλάει μωρή!.. έβγα έξω!». Μόλις βγήκε η Θανάσω στο μπαλκόνι του σπιτιού της, χωρίς δεύτερη κουβέντα σηκώνει το τουφέκι και την αφήνει στον τόπο. Μετά από το φονικό βγήκε στο βουνό κυνηγημένος και επικυριγμένος. Εντολή στα αποσπάσματα των ευζώνων όπου τον πετύχουν να του ρίξουν στο δόξα πατρί χωρίς δισταγμό. Κατά πληροφορίες από τον μπάρμπα Ηλία Ηλιόπουλο από το Αρτίκι, ο Μπιχλιμπίδης ήταν γνωστό σε όλους ότι είχε μία σκυλίτσα μαύρη που τον ακολουθούσε όπου πήγαινε. Καλός κυνηγός κυνηγούσε κοτσύφια, τσίχλες, μπεκάτσες και ότι άλλο του βρισκόταν στο δρόμο. Άσε που δεν έβαζε «σύνορο» με φίλους, γνωστούς ή αγνώστους. Δεν είχε να κάνει, έκλεβε αδιακρίτως αδιαφορώντας αν το μάθενε ή όχι ο παθών. Μου έλεγε ο άνδρας μου ότι στο κάτω Δημοτικό Σχολείο πήγαινε και ο γιός του Μπιχλιμπιδη, ήταν ένα παιδί πολύ μαλιαρό και αν θυμάμαι καλά τον έλεγαν Αλέκο. Όμως δεν έζησε και πάρα πολύ, σε μικρή ηλικία πέθανε από μια πληγή που είχε μολυνθεί. Μετά τον θάνατο της γυναίκας του παρ΄όλο που ήταν κυνηγημένος, παντρεύτηκε και με άλλη γυναίκα την Χριστίνα από το ένα χωριό της ορεινής Τριφυλίας, για λόγους ευαισθησίας δεν αναφέρουμε όνομα και χωριό. Κάποτε μου έλεγε ο πεθερός σου Σπύρο μου ο Γιώργη Κατσουλόγιαννης, σαν ήταν μικρό παιδί 10 –  12 χρονών περίπου, γύρω στο 1912 και φύλαγε τις γίδες στα «ποτόκια» του παρουσιάστηκε ξαφνικά ο Θανάσης Μπιχλιμπίδης. Άγριος στην όψη και αξύριστος με όλα τα άρματά του ζωσμένος. «Την ξέρεις την Χριστίνα την Μπιχλιμπίδαινα; » τον ρωτάει. «Πως δεν την ξέρω.» του απαντάει ο Γιώργης. «Θα πας να την βρεις και θα της πεις να μαγειρέψει  και να πάρει 2 κούτες τσιγάρα χύμα, και εγώ το βράδυ θα περάσω από το σπίτι. Αλλά πρόσεξε κακομοίρη μου μην το μαρτυρήσεις σε κανένα, ούτε και στους δικούς σου… γιατί έτσι και το μάθω θα σου κόψω τα

ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ Η ΤΑΒΕΡΝΑ ΚΑΙ ΧΑΡΤΟΠΑΙΧΤΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΤΟΥ ΜΠΙΧΛΙΜΠΙΔΗ ΚΑΙ ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΤΟΥ ΖΥΓΟΥΡΗ. Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ. Άποψη από την κεντρική πλατεία Κοπανακίου.

«ΚΑΣΚΑΒΕΛΙΔΙΑ» καψερέ μου, και δεν θα σε θέλει καμιά κοπελιά!!!… Στην Κάτω Ρούγα τα σπίτια εκείνη την εποχή ήταν μετρημένα στα δάκτυλα. Πέντε με έξη σπίτια όλα και όλα, τα Ρηγαίϊκα, του Νίκο Ρήγα, του Κατσουλόγιαννη, του Αρίστου, του Μήτσο Κώτσου κ.α. Έδεσε λοιπόν τις γίδες και κίνησε να δώσει την παραγγελία στην Μπιχλιμπίδαινα. Όπως με πληροφόρησε ο μπάρμπα Λιας ο Ηλιόπουλος από ιστορίες των γωνιών του. Τον Θανάση τον σκοτώσανε οι εύζωνοι (οι χωροφύλακες εκείνης της εποχής) το 1927. Είχε πάει σε γνωστό του μάστορη μπαλωματή στο χωριό πλατάνια να του μπαλώσει τα τσαροούχια του. Επειδή όμως ήθελε πολύ ώρα για να τα μπαλώσει, τον προσκάλεσε η γυναίκα του μπαλωματή να ανέβει πάνω στο πατάρι  του μαγαζιού μην τον δει κανένα μάτι και τον προδώσει. Σαν ανέβηκε στο πατάρι, τον κέρασε, τον τάϊσε και τον άφησε να ξαποστάσει μέχρι να τελειώσει ο άνδρας της τις επισκευές. Σαν ξαπόστασε άνοιξε την πόρτα και βγήκε σε ένα μικρό μπαλκονάκι με σκαλίτσα για να κατεβή στο μαγαζί να φορέσει τα τσαρούχια και να πάρει τα μονοπάτια για το βουνό. Δυστυχώς όμως κάποιος περαστικός τον είδε και ειδοποίησε τα αποσπάσματα των ευζώνων. Το απόσπασμα πλησίασε με τρόπο και κύκλωσε την περιοχή. Με το που άνοιξε την πόρτα της βεραντούλας, πετάκτηκε έξω πρώτα το σκυλί μετά πρόβαλε στο κατώφλι και ο Μπιχλιμπίδης και έσκυψε να το χαϊδέψει, κάτι πήρε περίεργο με το πλάϊ του ματιού του όμως δεν πρόλαβε να αντιδράσει, με μια ομοβροντία τον άφησαν στον τόπο. Το μυρολόϊ της Μπιχλιμπίδαινας σαν της πήγανε το άψυχο κορμί του  άνδρα της ακουγόταν μέχρι πέρα στους Κοπανακαίϊκους Λόγγους όπως μου λέγαν. Τον έκλαιγε και τον μυρολογούσε με το παρακάτω στίχο, εκτός των άλλων: ΔΕΝ ΣΤΟ΄ΠΑ ΓΩ ΘΑΝΑΣΗ ΜΟΥ – ΑΝΔΡΑ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΕ – ΣΕ ΦΙΛΟΥ ΣΠΙΤΙ ΝΑ ΜΗΝ ΦΑΣ – ΜΗΤΕ ΝΑ ΣΕ ΦΙΛΕΨΟΥΝ – ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΦΙΔΙΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ – ΚΑΙ ΕΧΘΡΟΙ ΣΟΥ ΟΙ ΚΟΥΜΠΑΡΟΙ – ΚΙ΄ΑΝ ΔΕΝ ΠΡΟΣΕΞΕΙΣ ΘΑΝΟ ΜΟΥ – ΣΟΥ ΤΡΩΝΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ.

Ευχαριστώ τους Κώστα Μυλωνά, Αποστόλη Παυλόπουλο, Σπυρούλα Σοφού και τον μπάρμπα Λια Ηλιόπουλο, για την όμορφη ιστορία του Θανάση Δημητρόπουλου και κατά άλλους Θανάση Μπιχλιμπίδη, τον Θανάση Κάππο. Κάθε ενδιαφερόμενος ή γνώστης τέτοιων περιστατικών ή παραδόσεων είναι ευπρόσδεκτος να τον φιλοξενήσω στο Blog μου. Με εκτίμηση ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ.
Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

Ο ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΜΠΙΧΛΙΜΠΙΔΗ

Εργασία του ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

Ο ΜΠΙΧΛΙΜΠΙΔΗΣ ΚΑΙ Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ

ΘΑΜΩΝΕΣ ΣΕ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΗΣ ΠΑΝΩ ΡΟΥΓΑΣ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ-ΘΕΜΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ-ΜΑΥΡΟΕΙΔΗΣ-ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΝΟΥΣΑΚΗΣ-ΖΑΦΕΙΡΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Τυχαία, όπως έπινα το καφεδάκι μου φτιαγμένο από τα χεράκια της κυρά Σπυρούλας Σοφού στο παραδοσιακό καφενεδάκι της στην πέρα ρούγα, άκουσα την παρακάτω ιστορία:  Ο Μπιχλιμπίδης ήταν από το χωριό  Σαρακινάδα της Ορεινής Τριφυλίας. Κατά την πληροφορίες του μπάρμπα Αποστόλη Παυλόπουλου είχε έρθει κυνηγημένος από τα χωριά της Ορεινής Μάνης γύρω στο 1885 με 1890, μπλεγμένος με γυναικοδουλειές και χαρτοπαιξία. Η Σπυρούλα Σοφού και ο Κώστα Μυλωνάς είχαν πληροφορίες από τον Κώτσο – Μακαρούνη πως το πραγματικό όνομα του Μπιχλιμπίδη ήταν Θανάσης Δημητρακόπουλος. Είχε πάρει γυναίκα από τα πίσω χωριά του Σελλά από το Καλογερέσι, και την γυναίκα του την έλεγαν Θανάσω. Γεννημένος ζωοκλέφτης, εκείνη την εποχή ήταν αντριλίκι και καμάρι να είσαι ζωοκλέφτης, είχαν ρημάξει αυτός και η συμμορία του τα μαντριά, τα κοτέτσια και τους στάβλους των κατοίκων της περιοχής. Οι νυκοκυραίοι τραβάγαν τα μαλιά τους έτσι και τους έβαζε στο μάτι η συμμορία του Μπιχλιμπίδη. Είχε ταβέρνα στην Πάνω Ρούγα του Κοπανακίου. Το ισώγειο το χρησιμοποιούσε για μαγειριό και ταβέρνα, δεν ήταν λίγες οι φορές που είχαν διασκεδάσει με κρέας «αζύγιστο» μέχρι πρωίας από αρνιά, κατσικάκια, κότες και ότι άλλο κλέφτικο. το πατάρι το χρησιμοποιούσε για χαρτοπαικτική λέσχη, και άμα δεν είχες να πληρώσεις… έπεφτε και το σχετικό «σοπάκι»… Έλεγε ο Παπά «Χαρμούλας» ότι: Άμα κτυπήσει η καμπάνα για να καλέσει σε αγρύπνια κανείς από όλους αυτούς δεν έρχεται στην εκκλησία… όταν όμως ο Σατανάς ο Μπιχλιμπίδης καλεί για χαρτοπαίχνιο, κάθονται εκεί μέχρι τις πρωϊνές ώρες χάνοντας το χρήμα και τον χρόνο τους. Η χαρτοπαιξία είναι παιχνίδι δαιμονικό, και αυτοί που έχουν τέτοιες λέσχες σατανάδες με… εκατόν πενήντα κέρατα εννοώντας τον Μπιχλιμπίδη . Μου έλεγε ο μπάρμπα Αποστόλης ότι εκείνη την εποχή είχε άλλους εφτά παρέα στη συμμορία, ο ένας ήταν από το Κάτω Κοπανάκι, το Λαπι, τον Μελιγαλά, ένας άλλος στο Δυράχι, ένας στην Σαρακινάδα και ένας στα Πλατάνια και άλλος ένας  στο Μπιζό. «Παιδάκια βλαστάρια», ένα και ένα, «μπουμπούκια» με όλη τη σημασία της λέξης. Η δουλειά τους όπως ήταν διασκορπισμένοι ήταν να εντοπίζουν, να παρακολουθούν και να ειδοποιούν τον Μπιχλιμπίδη, και έτσι αυτός σε συνεννόηση με τους άλλους, να κάνουν τις κλεψιές τους προγραμματισμένα.  Έτσι γινόταν η δουλειά, το βράδυ κλέβανε το κοπάδι ή ότι άλλο είχαν και τα  προγραμματίσει, και σε λίγες ώρες τα είχαν μεταφέρει από το Ριπεσαίϊκο ποτάμι περνώντας πάνω από την κορυφή στα μέρη της Ολυμπίας. Από κει και πέρα τα παραλαβαίνανε οι κλεπταποδόχοι  εξαφανίζανε. Η Χριστίνα η κόρη του Βασίλη – Κώτσου  είχε πει στην Σπυρούλα Σοφού πως η γυναίκα του η Θανάσω Μπιχλιμπίδαινα μην αντέχοντας άλλο τέτοια ζωή τον παράτησε μια μέρα και χωρίς να πάρει τίποτα μαζί της για να μην την υποψιαστεί ο άνδρας της, κίνησε με τα πόδια και από μονοπάτια που γνώριζε γύρισε στα γονικά της στο Καλογερέσι. Πολύ του κακοφάνει του Μπιχλιμπίδη, της μήνυσε να γυρίσει, έπιασε και τους γονείς της, όμως αυτή ήταν ανένδοτη στην απόφασή της. Οι κογιόνιδες άρχισαν να του ρίχνουν τις μπιχτές τους και να του ανάβουν τα αίματα, τέλος δεν βάστηξε, και για να αποδείξει το ανδριλίκι και την μαγκιά  του, κίνησε για το χωριό της γυναίκας του το Καλογερέσι. Σαν έφτασε στο πατρικό της σπίτι, στέκεται κάτω από τα παθύρια της και  φωνάζει της γυναίκας του: «Θανάσω! Ωρή Θανάσω!»… Ποιος είναι ρωτάει εκείνη από μέσα. «Ο άνδρας σου σου μιλάει μωρή!.. έβγα έξω!». Μόλις βγήκε η Θανάσω στο μπαλκόνι του σπιτιού της, χωρίς δεύτερη κουβέντα σηκώνει το τουφέκι και την αφήνει στον τόπο. Μετά από το φονικό βγήκε στο βουνό κυνηγημένος και επικυριγμένος. Εντολή στα αποσπάσματα των ευζώνων όπου τον πετύχουν να του ρίξουν στο δόξα πατρί χωρίς δισταγμό. Κατά πληροφορίες από τον μπάρμπα Ηλία Ηλιόπουλο από το Αρτίκι, ο Μπιχλιμπίδης ήταν γνωστό σε όλους ότι είχε μία σκυλίτσα μαύρη που τον ακολουθούσε όπου πήγαινε. Καλός κυνηγός κυνηγούσε κοτσύφια, τσίχλες, μπεκάτσες και ότι άλλο του βρισκόταν στο δρόμο. Άσε που δεν έβαζε «σύνορο» με φίλους, γνωστούς ή αγνώστους. Δεν είχε να κάνει, έκλεβε αδιακρίτως αδιαφορώντας αν το μάθενε ή όχι ο παθών. Μου έλεγε ο άνδρας μου ότι στο κάτω Δημοτικό Σχολείο πήγαινε και ο γιός του Μπιχλιμπιδη, ήταν ένα παιδί πολύ μαλιαρό και αν θυμάμαι καλά τον έλεγαν Αλέκο. Όμως δεν έζησε και πάρα πολύ, σε μικρή ηλικία πέθανε από μια πληγή που είχε μολυνθεί. Μετά τον θάνατο της γυναίκας του παρ΄όλο που ήταν κυνηγημένος, παντρεύτηκε και με άλλη γυναίκα την Χριστίνα από το ένα χωριό της ορεινής Τριφυλίας, για λόγους ευαισθησίας δεν αναφέρουμε όνομα και χωριό. Κάποτε μου έλεγε ο πεθερός σου Σπύρο μου ο Γιώργη Κατσουλόγιαννης, σαν ήταν μικρό παιδί 10 –  12 χρονών περίπου, γύρω στο 1912 και φύλαγε τις γίδες στα «ποτόκια» του παρουσιάστηκε ξαφνικά ο Θανάσης Μπιχλιμπίδης. Άγριος στην όψη και αξύριστος με όλα τα άρματά του ζωσμένος. «Την ξέρεις την Χριστίνα την Μπιχλιμπίδαινα; » τον ρωτάει. «Πως δεν την ξέρω.» του απαντάει ο Γιώργης. «Θα πας να την βρεις και θα της πεις να μαγειρέψει  και να πάρει 2 κούτες τσιγάρα χύμα, και εγώ το βράδυ θα περάσω από το σπίτι. Αλλά πρόσεξε κακομοίρη μου μην το μαρτυρήσεις σε κανένα, ούτε και στους δικούς σου… γιατί έτσι και το μάθω θα σου κόψω τα

ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ Η ΤΑΒΕΡΝΑ ΚΑΙ ΧΑΡΤΟΠΑΙΧΤΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΤΟΥ ΜΠΙΧΛΙΜΠΙΔΗ ΚΑΙ ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΤΟΥ ΖΥΓΟΥΡΗ. Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ. Άποψη από την κεντρική πλατεία Κοπανακίου.

«ΚΑΣΚΑΒΕΛΙΔΙΑ» καψερέ μου, και δεν θα σε θέλει καμιά κοπελιά!!!… Στην Κάτω Ρούγα τα σπίτια εκείνη την εποχή ήταν μετρημένα στα δάκτυλα. Πέντε με έξη σπίτια όλα και όλα, τα Ρηγαίϊκα, του Νίκο Ρήγα, του Κατσουλόγιαννη, του Αρίστου, του Μήτσο Κώτσου κ.α. Έδεσε λοιπόν τις γίδες και κίνησε να δώσει την παραγγελία στην Μπιχλιμπίδαινα. Όπως με πληροφόρησε ο μπάρμπα Λιας ο Ηλιόπουλος από ιστορίες των γωνιών του. Τον Θανάση τον σκοτώσανε οι εύζωνοι (οι χωροφύλακες εκείνης της εποχής) το 1927. Είχε πάει σε γνωστό του μάστορη μπαλωματή στο χωριό πλατάνια να του μπαλώσει τα τσαροούχια του. Επειδή όμως ήθελε πολύ ώρα για να τα μπαλώσει, τον προσκάλεσε η γυναίκα του μπαλωματή να ανέβει πάνω στο πατάρι  του μαγαζιού μην τον δει κανένα μάτι και τον προδώσει. Σαν ανέβηκε στο πατάρι, τον κέρασε, τον τάϊσε και τον άφησε να ξαποστάσει μέχρι να τελειώσει ο άνδρας της τις επισκευές. Σαν ξαπόστασε άνοιξε την πόρτα και βγήκε σε ένα μικρό μπαλκονάκι με σκαλίτσα για να κατεβή στο μαγαζί να φορέσει τα τσαρούχια και να πάρει τα μονοπάτια για το βουνό. Δυστυχώς όμως κάποιος περαστικός τον είδε και ειδοποίησε τα αποσπάσματα των ευζώνων. Το απόσπασμα πλησίασε με τρόπο και κύκλωσε την περιοχή. Με το που άνοιξε την πόρτα της βεραντούλας, πετάκτηκε έξω πρώτα το σκυλί μετά πρόβαλε στο κατώφλι και ο Μπιχλιμπίδης και έσκυψε να το χαϊδέψει, κάτι πήρε περίεργο με το πλάϊ του ματιού του όμως δεν πρόλαβε να αντιδράσει, με μια ομοβροντία τον άφησαν στον τόπο. Το μυρολόϊ της Μπιχλιμπίδαινας σαν της πήγανε το άψυχο κορμί του  άνδρα της ακουγόταν μέχρι πέρα στους Κοπανακαίϊκους Λόγγους όπως μου λέγαν. Τον έκλαιγε και τον μυρολογούσε με το παρακάτω στίχο, εκτός των άλλων: ΔΕΝ ΣΤΟ΄ΠΑ ΓΩ ΘΑΝΑΣΗ ΜΟΥ – ΑΝΔΡΑ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΕ – ΣΕ ΦΙΛΟΥ ΣΠΙΤΙ ΝΑ ΜΗΝ ΦΑΣ – ΜΗΤΕ ΝΑ ΣΕ ΦΙΛΕΨΟΥΝ – ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΦΙΔΙΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ – ΚΑΙ ΕΧΘΡΟΙ ΣΟΥ ΟΙ ΚΟΥΜΠΑΡΟΙ – ΚΙ΄ΑΝ ΔΕΝ ΠΡΟΣΕΞΕΙΣ ΘΑΝΟ ΜΟΥ – ΣΟΥ ΤΡΩΝΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ.

Ευχαριστώ τους Κώστα Μυλωνά, Αποστόλη Παυλόπουλο, Σπυρούλα Σοφού και τον μπάρμπα Λια Ηλιόπουλο, για την όμορφη ιστορία του Θανάση Δημητρόπουλου και κατά άλλους Θανάση Μπιχλιμπίδη, τον Θανάση Κάππο. Κάθε ενδιαφερόμενος ή γνώστης τέτοιων περιστατικών ή παραδόσεων είναι ευπρόσδεκτος να τον φιλοξενήσω στο Blog μου. Με εκτίμηση ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ.
Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

Ο ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΜΠΙΧΛΙΜΠΙΔΗ

Εργασία του ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

Ο ΜΠΙΧΛΙΜΠΙΔΗΣ ΚΑΙ Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ

ΘΑΜΩΝΕΣ ΣΕ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΗΣ ΠΑΝΩ ΡΟΥΓΑΣ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ-ΘΕΜΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ-ΜΑΥΡΟΕΙΔΗΣ-ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΝΟΥΣΑΚΗΣ-ΖΑΦΕΙΡΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Τυχαία, όπως έπινα το καφεδάκι μου φτιαγμένο από τα χεράκια της κυρά Σπυρούλας Σοφού στο παραδοσιακό καφενεδάκι της στην πέρα ρούγα, άκουσα την παρακάτω ιστορία:  Ο Μπιχλιμπίδης ήταν από το χωριό  Σαρακινάδα της Ορεινής Τριφυλίας. Κατά την πληροφορίες του μπάρμπα Αποστόλη Παυλόπουλου είχε έρθει κυνηγημένος από τα χωριά της Ορεινής Μάνης γύρω στο 1885 με 1890, μπλεγμένος με γυναικοδουλειές και χαρτοπαιξία. Η Σπυρούλα Σοφού και ο Κώστα Μυλωνάς είχαν πληροφορίες από τον Κώτσο – Μακαρούνη πως το πραγματικό όνομα του Μπιχλιμπίδη ήταν Θανάσης Δημητρακόπουλος. Είχε πάρει γυναίκα από τα πίσω χωριά του Σελλά από το Καλογερέσι, και την γυναίκα του την έλεγαν Θανάσω. Γεννημένος ζωοκλέφτης, εκείνη την εποχή ήταν αντριλίκι και καμάρι να είσαι ζωοκλέφτης, είχαν ρημάξει αυτός και η συμμορία του τα μαντριά, τα κοτέτσια και τους στάβλους των κατοίκων της περιοχής. Οι νυκοκυραίοι τραβάγαν τα μαλιά τους έτσι και τους έβαζε στο μάτι η συμμορία του Μπιχλιμπίδη. Είχε ταβέρνα στην Πάνω Ρούγα του Κοπανακίου. Το ισώγειο το χρησιμοποιούσε για μαγειριό και ταβέρνα, δεν ήταν λίγες οι φορές που είχαν διασκεδάσει με κρέας «αζύγιστο» μέχρι πρωίας από αρνιά, κατσικάκια, κότες και ότι άλλο κλέφτικο. το πατάρι το χρησιμοποιούσε για χαρτοπαικτική λέσχη, και άμα δεν είχες να πληρώσεις… έπεφτε και το σχετικό «σοπάκι»… Έλεγε ο Παπά «Χαρμούλας» ότι: Άμα κτυπήσει η καμπάνα για να καλέσει σε αγρύπνια κανείς από όλους αυτούς δεν έρχεται στην εκκλησία… όταν όμως ο Σατανάς ο Μπιχλιμπίδης καλεί για χαρτοπαίχνιο, κάθονται εκεί μέχρι τις πρωϊνές ώρες χάνοντας το χρήμα και τον χρόνο τους. Η χαρτοπαιξία είναι παιχνίδι δαιμονικό, και αυτοί που έχουν τέτοιες λέσχες σατανάδες με… εκατόν πενήντα κέρατα εννοώντας τον Μπιχλιμπίδη . Μου έλεγε ο μπάρμπα Αποστόλης ότι εκείνη την εποχή είχε άλλους εφτά παρέα στη συμμορία, ο ένας ήταν από το Κάτω Κοπανάκι, το Λαπι, τον Μελιγαλά, ένας άλλος στο Δυράχι, ένας στην Σαρακινάδα και ένας στα Πλατάνια και άλλος ένας  στο Μπιζό. «Παιδάκια βλαστάρια», ένα και ένα, «μπουμπούκια» με όλη τη σημασία της λέξης. Η δουλειά τους όπως ήταν διασκορπισμένοι ήταν να εντοπίζουν, να παρακολουθούν και να ειδοποιούν τον Μπιχλιμπίδη, και έτσι αυτός σε συνεννόηση με τους άλλους, να κάνουν τις κλεψιές τους προγραμματισμένα.  Έτσι γινόταν η δουλειά, το βράδυ κλέβανε το κοπάδι ή ότι άλλο είχαν και τα  προγραμματίσει, και σε λίγες ώρες τα είχαν μεταφέρει από το Ριπεσαίϊκο ποτάμι περνώντας πάνω από την κορυφή στα μέρη της Ολυμπίας. Από κει και πέρα τα παραλαβαίνανε οι κλεπταποδόχοι  εξαφανίζανε. Η Χριστίνα η κόρη του Βασίλη – Κώτσου  είχε πει στην Σπυρούλα Σοφού πως η γυναίκα του η Θανάσω Μπιχλιμπίδαινα μην αντέχοντας άλλο τέτοια ζωή τον παράτησε μια μέρα και χωρίς να πάρει τίποτα μαζί της για να μην την υποψιαστεί ο άνδρας της, κίνησε με τα πόδια και από μονοπάτια που γνώριζε γύρισε στα γονικά της στο Καλογερέσι. Πολύ του κακοφάνει του Μπιχλιμπίδη, της μήνυσε να γυρίσει, έπιασε και τους γονείς της, όμως αυτή ήταν ανένδοτη στην απόφασή της. Οι κογιόνιδες άρχισαν να του ρίχνουν τις μπιχτές τους και να του ανάβουν τα αίματα, τέλος δεν βάστηξε, και για να αποδείξει το ανδριλίκι και την μαγκιά  του, κίνησε για το χωριό της γυναίκας του το Καλογερέσι. Σαν έφτασε στο πατρικό της σπίτι, στέκεται κάτω από τα παθύρια της και  φωνάζει της γυναίκας του: «Θανάσω! Ωρή Θανάσω!»… Ποιος είναι ρωτάει εκείνη από μέσα. «Ο άνδρας σου σου μιλάει μωρή!.. έβγα έξω!». Μόλις βγήκε η Θανάσω στο μπαλκόνι του σπιτιού της, χωρίς δεύτερη κουβέντα σηκώνει το τουφέκι και την αφήνει στον τόπο. Μετά από το φονικό βγήκε στο βουνό κυνηγημένος και επικυριγμένος. Εντολή στα αποσπάσματα των ευζώνων όπου τον πετύχουν να του ρίξουν στο δόξα πατρί χωρίς δισταγμό. Κατά πληροφορίες από τον μπάρμπα Ηλία Ηλιόπουλο από το Αρτίκι, ο Μπιχλιμπίδης ήταν γνωστό σε όλους ότι είχε μία σκυλίτσα μαύρη που τον ακολουθούσε όπου πήγαινε. Καλός κυνηγός κυνηγούσε κοτσύφια, τσίχλες, μπεκάτσες και ότι άλλο του βρισκόταν στο δρόμο. Άσε που δεν έβαζε «σύνορο» με φίλους, γνωστούς ή αγνώστους. Δεν είχε να κάνει, έκλεβε αδιακρίτως αδιαφορώντας αν το μάθενε ή όχι ο παθών. Μου έλεγε ο άνδρας μου ότι στο κάτω Δημοτικό Σχολείο πήγαινε και ο γιός του Μπιχλιμπιδη, ήταν ένα παιδί πολύ μαλιαρό και αν θυμάμαι καλά τον έλεγαν Αλέκο. Όμως δεν έζησε και πάρα πολύ, σε μικρή ηλικία πέθανε από μια πληγή που είχε μολυνθεί. Μετά τον θάνατο της γυναίκας του παρ΄όλο που ήταν κυνηγημένος, παντρεύτηκε και με άλλη γυναίκα την Χριστίνα από το ένα χωριό της ορεινής Τριφυλίας, για λόγους ευαισθησίας δεν αναφέρουμε όνομα και χωριό. Κάποτε μου έλεγε ο πεθερός σου Σπύρο μου ο Γιώργη Κατσουλόγιαννης, σαν ήταν μικρό παιδί 10 –  12 χρονών περίπου, γύρω στο 1912 και φύλαγε τις γίδες στα «ποτόκια» του παρουσιάστηκε ξαφνικά ο Θανάσης Μπιχλιμπίδης. Άγριος στην όψη και αξύριστος με όλα τα άρματά του ζωσμένος. «Την ξέρεις την Χριστίνα την Μπιχλιμπίδαινα; » τον ρωτάει. «Πως δεν την ξέρω.» του απαντάει ο Γιώργης. «Θα πας να την βρεις και θα της πεις να μαγειρέψει  και να πάρει 2 κούτες τσιγάρα χύμα, και εγώ το βράδυ θα περάσω από το σπίτι. Αλλά πρόσεξε κακομοίρη μου μην το μαρτυρήσεις σε κανένα, ούτε και στους δικούς σου… γιατί έτσι και το μάθω θα σου κόψω τα

ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ Η ΤΑΒΕΡΝΑ ΚΑΙ ΧΑΡΤΟΠΑΙΧΤΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΤΟΥ ΜΠΙΧΛΙΜΠΙΔΗ ΚΑΙ ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΤΟΥ ΖΥΓΟΥΡΗ. Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ. Άποψη από την κεντρική πλατεία Κοπανακίου.

«ΚΑΣΚΑΒΕΛΙΔΙΑ» καψερέ μου, και δεν θα σε θέλει καμιά κοπελιά!!!… Στην Κάτω Ρούγα τα σπίτια εκείνη την εποχή ήταν μετρημένα στα δάκτυλα. Πέντε με έξη σπίτια όλα και όλα, τα Ρηγαίϊκα, του Νίκο Ρήγα, του Κατσουλόγιαννη, του Αρίστου, του Μήτσο Κώτσου κ.α. Έδεσε λοιπόν τις γίδες και κίνησε να δώσει την παραγγελία στην Μπιχλιμπίδαινα. Όπως με πληροφόρησε ο μπάρμπα Λιας ο Ηλιόπουλος από ιστορίες των γωνιών του. Τον Θανάση τον σκοτώσανε οι εύζωνοι (οι χωροφύλακες εκείνης της εποχής) το 1927. Είχε πάει σε γνωστό του μάστορη μπαλωματή στο χωριό πλατάνια να του μπαλώσει τα τσαροούχια του. Επειδή όμως ήθελε πολύ ώρα για να τα μπαλώσει, τον προσκάλεσε η γυναίκα του μπαλωματή να ανέβει πάνω στο πατάρι  του μαγαζιού μην τον δει κανένα μάτι και τον προδώσει. Σαν ανέβηκε στο πατάρι, τον κέρασε, τον τάϊσε και τον άφησε να ξαποστάσει μέχρι να τελειώσει ο άνδρας της τις επισκευές. Σαν ξαπόστασε άνοιξε την πόρτα και βγήκε σε ένα μικρό μπαλκονάκι με σκαλίτσα για να κατεβή στο μαγαζί να φορέσει τα τσαρούχια και να πάρει τα μονοπάτια για το βουνό. Δυστυχώς όμως κάποιος περαστικός τον είδε και ειδοποίησε τα αποσπάσματα των ευζώνων. Το απόσπασμα πλησίασε με τρόπο και κύκλωσε την περιοχή. Με το που άνοιξε την πόρτα της βεραντούλας, πετάκτηκε έξω πρώτα το σκυλί μετά πρόβαλε στο κατώφλι και ο Μπιχλιμπίδης και έσκυψε να το χαϊδέψει, κάτι πήρε περίεργο με το πλάϊ του ματιού του όμως δεν πρόλαβε να αντιδράσει, με μια ομοβροντία τον άφησαν στον τόπο. Το μυρολόϊ της Μπιχλιμπίδαινας σαν της πήγανε το άψυχο κορμί του  άνδρα της ακουγόταν μέχρι πέρα στους Κοπανακαίϊκους Λόγγους όπως μου λέγαν. Τον έκλαιγε και τον μυρολογούσε με το παρακάτω στίχο, εκτός των άλλων: ΔΕΝ ΣΤΟ΄ΠΑ ΓΩ ΘΑΝΑΣΗ ΜΟΥ – ΑΝΔΡΑ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΕ – ΣΕ ΦΙΛΟΥ ΣΠΙΤΙ ΝΑ ΜΗΝ ΦΑΣ – ΜΗΤΕ ΝΑ ΣΕ ΦΙΛΕΨΟΥΝ – ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΦΙΔΙΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ – ΚΑΙ ΕΧΘΡΟΙ ΣΟΥ ΟΙ ΚΟΥΜΠΑΡΟΙ – ΚΙ΄ΑΝ ΔΕΝ ΠΡΟΣΕΞΕΙΣ ΘΑΝΟ ΜΟΥ – ΣΟΥ ΤΡΩΝΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ.

Ευχαριστώ τους Κώστα Μυλωνά, Αποστόλη Παυλόπουλο, Σπυρούλα Σοφού και τον μπάρμπα Λια Ηλιόπουλο, για την όμορφη ιστορία του Θανάση Δημητρόπουλου και κατά άλλους Θανάση Μπιχλιμπίδη, τον Θανάση Κάππο. Κάθε ενδιαφερόμενος ή γνώστης τέτοιων περιστατικών ή παραδόσεων είναι ευπρόσδεκτος να τον φιλοξενήσω στο Blog μου. Με εκτίμηση ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ.
Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

Ζουπανιώτες: Συνέντευξη του τελευταίου των Δυτικομακεδόνων "νομάδων της πέτρας"

Της Αλεξάνδρας Γούτα, ΑΠΕ.ΜΠΕ

Είναι 96 χρονών. Ο τελευταίος -ίσως- μιας σειράς νομάδων δουλευτών της δυτικής Μακεδονίας, που, ταξιδεύοντας με καραβάνια από Αλεξανδρούπολη, Πήλιο και Μωριά ίσαμε την Κωνσταντινούπολη, το Ιράν και την Αφρική, «δάμασαν» την πέτρα και την «ανάγκασαν» να γίνει γέφυρα τοξωτή, εκκλησιά περήφανη, βρύση ζηλευτή, αρχοντικό σπίτι ή οχυρό απόρθητο.

Με άλλα λόγια, είναι από τους τελευταίους -αν όχι ο τελευταίος- των παλιών καλών «Ζουμπανιωτών» -και Ντουλιανωτών (Βυθινών)- μαστόρων, που δημιούργησαν έργα άφταστα από γκρίζο ψαμμίτη. Μάστορες που, ξεκινώντας κάθε Μάρτιο από το Ζουπάνι ή Ζουμπάνι (Πεντάλοφος Κοζάνης), «όργωναν» την Ελλάδα χτίζοντας, ενώ είχαν επινοήσει και τη δική τους συνθηματική γλώσσα, οχυρό όχι από πέτρα, αλλά από λέξεις, που τους προστάτευε απέναντι σε «αμύητους».

Ο Βυθινός Σωτήρης Καλύβας -που στα μάτια του η πέτρα «μιλάει» ακόμη- πρωτοπήγε «μαστορούλι» στους μεγάλους Ζουμπανιώτες μάστορες το 1927 και το 1930 έκανε το πρώτο του ταξίδι, προς Τρίπολη. Παιδί αμούστακο ακόμη, έγινε μέλος της ομάδας του συγχωριανού του, Δημήτρη Τζιούγκαβου.
Έκτοτε, ξεκίνησε μια «μάχη» μισού αιώνα με το δρόμο, την πέτρα και τις ίδιες τις ανθρώπινες αντοχές. Στην πορεία νόσησε από ελονοσία, διήνυσε εκατοντάδες χιλιόμετρα με κάθε είδους καιρικές συνθήκες, κατασκεύασε έργα-«κοσμήματα», αλλά και συμμετείχε στον ελληνοϊταλικό πόλεμο το 1940-41.
«Εγώ τη διάλεξα την πέτρα»
«Δούλεψα την πέτρα για 50 χρόνια. Εγώ τη διάλεξα. Δεκατεσσάρων χρονών. Ο πατέρας μου, που ήταν πολύ θρησκευόμενος, ήθελε να μάθω τα γράμματα. Εμένα μου είχε κολλήσει η ιδέα να γίνω μάστορας. Με έσπασε στο ξύλο μια μέρα για να με μεταπείσει. Μ’ έσωσε η νυφαδιά μου», διηγείται στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ.Καλύβας, που σήμερα ζει στη Βέροια και, ακόμη, όπως λέει, όταν βλέπει πέτρα, τού ΄ρχεται να την πιάσει στα χέρια του και να χτίσει.
Τελικά, «πέρασε το δικό του» του Σωτήρη. Μπήκε για δύο μήνες στη δούλεψη ενός μάστορα. Σκληρό όμως το μεροκάματο της πέτρας, ιδίως για ένα παιδί. Γύρισε σπίτι και ξανάπιασε τα βιβλία. Αυτή τη φορά, όμως, ήταν ο πατέρας του, που τον «γύρισε» πίσω: «Την πέτρα αγαπάς, εκεί θα πας», του ΄πε.
Και πήγε. Με ομάδες μαστόρων πήγε σε όποια γωνιά της Ελλάδας καλούσαν τους απαράμιλλους Δυτικομακεδόνες «πετράδες»: Μεσσηνία, Αλεξανδρούπολη, Καλαμάτα, Μελιγαλά…
«Σκληρή ζωή. Στον Μελιγαλά, όπου χτίσαμε φράγματα, είχε πάρα πολύ κουνούπι. Έπαθα ελονοσία και έμεινα στο κρεβάτι 15 ημέρες. Βέβαια, έρχονταν τα κορίτσια από το χωριό, που μαγείρευαν για εμάς, και με πρόσεχαν», θυμάται. Με το που στάθηκε όρθιος, επέστρεψε στο «γιαπί», αν και η ελονοσία τού άφησε το σημάδι της: στίγμα στον πνεύμονα.
Ο δρόμος ήταν το δεύτερο σπίτι του. Η ομάδα του και αυτός δεν έμεναν για πολύ σε έναν τόπο. Η δουλειά, είτε οι ξαφνικές περιπέτειες της ζωής, τους ανάγκαζαν να συνεχίσουν την πορεία τους. Του ζητάς να διηγηθεί κάποια δυνατή ανάμνηση. Χαμογελάει γλυκόπικρα και «ταξιδεύει» στο ταραγμένο 1946.
«Το ’46, είχαμε φύγει από τον Μάρτιο με τον Μπαρμπανικόλα, για να πάμε Καρδίτσα. Βλέποντας σε ένα χωριό μια στοίβα πέτρες, μάθαμε ότι είναι του προέδρου του χωριού, που θέλει να χτίσει σπίτι στην κόρη του. Κάπως έτσι πιάναμε δουλειά. Χτίσαμε το σπίτι και λίγο μετά ήρθε διαταγή ότι δεν μπορούν ξένοι μετακινούμενοι να χτίσουν εκεί. Πώς θα γινόταν αυτό; Εμείς έτσι ζούσαμε και δουλεύαμε, μετακινούμενοι. Τί θα κάναμε; Ξαναπήραμε τον δρόμο. Φτάσαμε εκεί που είναι σήμερα η λίμνη του Πλαστήρα. Δουλεύαμε καλά σε ένα χωριό μέσα στο δάσος. Εκεί, μια μέρα, βλέπουμε να βγαίνουν οπλισμένοι από το δάσος 30-40 αντάρτες τραγουδώντας. Δεν μας πείραξαν, αλλά εμείς φοβηθήκαμε και ξαναφύγαμε. Φτάσαμε στους Σοφάδες και από εκεί στα Φάρσαλα, με τα πόδια, κάτω απ΄τη βροχή. Έτσι ζούσαμε εμείς…»
Μάρτιος 1860, ξημερώματα… Έτσι ζούσανε… Γενιές και γενιές…
Η ιστορία των πετράδων της δυτικής Μακεδονίας ξεκινά πολλά χρόνια πριν τη γέννηση του Σωτήρη Καλύβα, πριν καν τελειώσει ο 18ος αιώνας. Μάλιστα, γύρω στα 1850-1860, τα ταξίδια τους εκτός των συνόρων γίνονταν πολύ συχνότερα. Δεκάδες ιστορίες «μετανάστευσης», στους δρόμους της πέτρας, διαδίδονται από στόμα σε στόμα? Και λίγο-πολύ, όλες έχουν κοινή αφετηρία.
… Μάρτιος 1860, ξημερώματα. Ο ουρανός κατάμαυρος και το κρύο τσουχτερό κάτω από τις καστανιές και τις οξιές. Μπροστά στο φωτισμένο παράθυρο της καλύβας, σε υψόμετρο 1.060 μέτρων, το «μπουλούκι» ανθρώπων και ζώων ίσα που διακρίνεται. Πέντε άντρες, τυλιγμένοι με μάλλινες κάπες, ελέγχουν για τελευταία φορά τις προμήθειές τους, τα πέταλα των μουλαριών και τα εργαλεία τους – βαριά σφυριά, «μάτρακες» και «βελόνες» λιθογλυπτών.
Δίπλα τους, ένα αγόρι 10-11 χρονών, τρίβει ακόμη τα μάτια του νυσταγμένο, αλλά φορτώνεται κι αυτό το δισάκι του. Είναι το «μαστορούλι» της ομάδας. Η μάνα παρακολουθεί από το παράθυρο το πρώτο φευγιό του γιου της, κάνοντας τον σταυρό της. Δίπλα στην πόρτα ακουμπισμένο το γκιούμι με το νερό και μέσα του το κλωνάρι της κρανιάς (για να είναι γεροί στην ξενιτιά), το θυμιατό και το θυμίαμα (για να φύγουν οι «δαιμόνοι» από τον δρόμο τους), Πριν φύγει, ο μάστορας θα κλωτσήσει το γκιούμι, να χυθεί το νερό, ώστε «έτσι γρήγορα, όπως χύνεται το νερό, να γυρίσει κι αυτός».
Το «κλαψόδεντρο»
Νωρίτερα, είχαν πάει όλοι μαζί στο «κλαψόδεντρο», στην τοποθεσία Τσούκα, για να κλάψουν με την ησυχία τους και να αποχαιρετιστούν. Η μάνα είχε ανοίξει την παλάμη του γιού της και είχε βάλει μέσα μια-δύο δραχμούλες, που ο μικρός έριξε πάνω στα χορτάρια, «για να αυγατίσουν σαν τα χορτάρια». Ο μεσαίος γιος, νιόπαντρος ακόμη, κρυμμένος πίσω από το «κλαψόδεντρο» με τη γυναίκα του, να την ασπαστεί, χωρίς να τον δουν οι «μεγάλοι»…
Κάπως έτσι ολοκληρώθηκαν οι αποχαιρετισμοί και σε λίγο οι πέντε θα αφήσουν πίσω τους το Ζουπάνι. Θα ταξιδέψουν μέχρι την Κωνσταντινούπολη για να χτίσουν μεταβυζαντινές εκκλησιές, μέγαρα μπέηδων και οχυρά. Είναι Ζουμπανιώτες μάστορες, «γητευτές» της πέτρας.
Καραβάνια ομοίων τους έχουν χαράξει τις διαδρομές τους ήδη από την τρίτη δεκαετία του 18ου αιώνα, για να πάνε σε Πήλιο, Εύβοια, Ρούμελη και Μωριά, να δαμάσουν τον γκρίζο ψαμμίτη και να φτιάξουν εκκλησίες, τοξωτά γεφύρια, βρύσες και μύλους, που όμοιά τους δεν υπάρχουν. Έργα αψεγάδιαστα.
Τους καλούν από κάθε γωνιά της Ελλάδας, κι όχι μόνο. Ορισμένοι, Ζουμπανιώτες ή Βυθινοί, φτάνουν ακόμη και στην Αφρική ή τον Υπεριρανικό Σιδηρόδρομο. Κάποιους τούς εμπιστεύεται και ο ίδιος ο Αλή Πασάς. Όμοιοί τους δεν υπάρχουν.
Η συνθηματική γλώσσα των νομάδων της πέτρας
Για να φτάσουν στον προορισμό τους θα διανυκτερεύσουν στην ύπαιθρο. Θα κοιμηθούν κατάχαμα, γύρω από φωτιές. Ή, το πολύ, σε άθλια -από άποψη υγιεινής και περιβάλλοντος- χάνια, όπου συχνάζουν περιθωριακοί τύποι, αλλά κι άλλοι περιπλανώμενοι δουλευτές: βοσκοί, αργυροχρυσοχόοι, «τερζήδες» (ράφτες-κεντητές) και «βαγενάδες» (βαρελοποιοί)…
Για να προστατεύεται η ομάδα, οι «νομάδες της πέτρας» έχουν επινοήσει συνθηματική γλώσσα, αποτελούμενη από 120-140 λέξεις, γεννημένες για να περιγράψουν ή να ιστορήσουν φαγητό, δουλειά, αφεντικά και αρχές, χρήματα, ποτό, σωματικές ανάγκες και σεξ.
Θα πουν «καψαλνώ» αντί φεύγω. «Βροχώνω» αντί πιάνω/παίρνω. «Μπαρός/μ’χός» αντί εργοδότης. «Αγκίδα» αντί για νεαρή κοπέλα. «Ζέρβοι» αντί για Τούρκοι και «Ζήνας» αντί για χωροφύλακας. «Ξιφλιάζω» αντί αποκαλύπτω. Θα πουν «βρόχωσα το κολοβό» για να εξηγήσουν ότι πληρώθηκαν και «η μ’χούσα φ’σάει όρματ΄αγουγιάτις», όταν διαπιστώσουν ότι η νοικοκυρά έχει ωραία πόδια, αλλά -για ευνόητους λόγους- δεν θέλουν να τους ακούσει ο νοικοκύρης.
Θα πουν «φ’ σω» αντί για υπάρχω και είμαι. Υπάρχουν και είναι. Είναι γνωστοί παντού για την τέχνη τους. Στο Πήλιο, από τις 20 εκκλησιές κάθε τύπου τον 18ο αιώνα, οι 13 είναι έργα Ζουπανιωτών, γράφει ο αρχιτέκτων Μιλτιάδης Πολυβίου, διδάκτωρ ΕΜΠ. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στη Δ.Θεσσαλία («Εν Βόλω», 2004, Τεύχος 12ο, «Φορείς της Ναοδομίας στο Πήλιον 1700-1861», Μ.Πολυβίου).
Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα έργα δεν αναγράφουν καν συγκεκριμένα ονόματα. Αρκούν δύο λέξεις: «Μάστοροι Ζουπανιώτες». Η περήφανη δήλωση ότι οι κατασκευαστές προέρχονται από το Ζουπάνι θεωρήθηκε αρκετή, ώστε να κριθεί περιττή η αναφορά ονομάτων. Είναι τόσο καταλυτική η παρουσία τους, που γρήγορα οι Πηλιορείτες αρχίζουν να αποκαλούν «Ζουπανιώτες» όλους τους τεχνίτες από την Ήπειρο!
Απόγονος οκτώ γενιών «πετράδων»
Ο φιλόλογος Ανδρέας Τακαλιός «ρίζωσε» στην παρακαταθήκη που άφησαν πίσω τους 6-8 γενιές Ζουπανιωτών μαστόρων ή 200-250 χρόνια δημιουργικός «πόλεμος» με την πέτρα. Ο κ. Τακαλιός, μέλος Πολιτιστικού Συλλόγου Πενταλόφου, μίλησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ για τον παππού του (πατέρα της μητέρας του), Νικόλαο Μπαμπαλή, «πελεκάνο» (πελεκητή) και μάστορα των τοξωτών γεφυριών.
Ο Νικόλαος Μπαμπαλής, όταν ταξίδευε, έπαιρνε μαζί του και το δίχορδο «ταμπουρά» του, ένα μουσικό όργανο όχι σύνηθες στη Δ.Μακεδονία. ‘Οταν το «μπουλούκι» ξαπόσταινε, ο Νικόλαος έκανε το μικρό όργανο να τραγουδήσει, χαϊδεύοντας τις χορδές του με μια φλούδα κερασιάς.
Οι μάστορες ήταν σκληροί δουλευτές, αλλά και γλεντζέδες και «γερά ποτήρια». Νομάδες, λόγω δουλειάς, συμμετείχαν σε γλέντια, χορούς και γάμους των περιοχών, όπου έχτιζαν. Στις 15/1/1933, «Το Βόιον» έγραφε: «[…] Με το θαυμάσιον κρασί της Παλαιουπόλεως [σ.σ. της νήσου Ανδρου] και με τους εκλεκτούς μεζέδες της θαλάσσης, εδημιούργησεν ένα γλέντι αρκετά καλό. Εις αυτό παρευρέθησαν οι ενταύθα ευρισκόμενοι χτίσται (αρχείο Α.Τακαλή)». Όταν το έργο που είχαν αναλάβει τελείωνε, οι χτίστες μπορούσαν να απολαύσουν το «ζειαφέτι» τους, το φίλεμα δηλαδή, που τους έκανε η …αναθέτουσα αρχή.
Στα γλέντια, τα αστεία πολλά και «πιπεράτα», με έντονα σεξουαλικά υπονοούμενα, καθώς έμεναν για πολύ καιρό μακριά από τα σπίτια και τις γυναίκες τους. Ίσως για αυτό το γυναικείο στοιχείο κατόρθωσε να παρεισφρήσει ακόμη και στις κατασκευές τους -είναι πολύ συνήθης η παράσταση γυναικείου στήθους ως απόληξης αγκωναριού στα έργα τους, αν και κατά ορισμένους δεν συνδέεται με την έλλειψη της γυναίκας, αλλά αποτελεί παραπομπή στην αφθονία.
Το «Σχολείο των μαστόρων»
Δεν ήταν εύκολο να πάρει κάποιος τον τίτλο του Ζουπανιώτη μάστορα. Το «σχολείο» κρατούσε χρόνια ολόκληρα. Όπως εξηγεί ο κ.Τακαλιός, η μαθητεία ξεκινούσε από πολύ νεαρή ηλικία, αφού τα «μαστορούλια» ή «λαγούδια» ήταν 9-14 ετών. Επικεφαλής της ομάδας των κτιστών, που συχνά αποτελείτο μεν από συγγενείς, αλλά απαραιτήτως άξιους τεχνίτες στο δούλεμα της πέτρας, ήταν ο «κάλφας», με γνώσεις μηχανικής, πελεκητής και ο ίδιος.
Τα μαστορούλια «έμπαιναν» στο χώρο κάνοντας όλα τα θελήματα, από το να φτιάξουν λάσπη και να κουβαλήσουν πέτρες στα μουλάρια, μέχρι να πλύνουν τα ρούχα του μάστορα. Δίπλα στα πιτσιρίκια, ο «νταμαρτζής»: με μπαρούτι αποκολλούσε τις πέτρες από το βουνό -πολλοί νταμαρτζήδες ακρωτηριάστηκαν.
Αν ο μαθητής τα πήγαινε καλά, «προαγόταν» σε κτίστη της εσωτερικής πλευράς του τοίχου. Αν τα πήγαινε ακόμη καλύτερα, «είχε πρόσωπο» να διεκδικήσει θέση κτίστη εξωτερικής πλευράς, που ήθελε μεγάλη μαεστρία. Κοντά στην «κορυφή» της πυραμίδας βρισκόταν ο μάστορας της πλακοσκεπής, που είχε ήδη δώσει πολλές εξετάσεις, ενώ ο κυρίαρχος ήταν ο μάστορας πελεκητής.
«Αν κάποιος έφτανε στα τελευταία δύο στάδια, αυτό ήταν επίτευγμα. Στους δέκα, μόνο ο ένας έφτανε εκεί. Συνήθως έπρεπε να ξεπεράσει την ηλικία των 35-40 χρόνων για να πάρει τέτοια θέση», εξηγεί ο κ. Τακαλιός. «Κεφάλι πράσο θα φας μόνο όταν γίνεις μάστορας [Μέχρι τότε θα τρως μόνο τα φύλλα]», έλεγαν στο Δίλοφο.
Ο επικεφαλής μάστορας («κάλφας») διάλεγε τα μέλη της ομάδας του στη διάρκεια του χειμώνα. Μετά τη γιορτή του Αγίου Θεοδώρου, κοντά στις απόκριες, το «μπουλούκι» έφευγε και, είτε περιπλανιόταν εβδομάδες ψάχνοντας για δουλειά, είτε πήγαινε εκεί που το είχαν καλέσει ήδη από το προηγούμενο καλοκαίρι.
Κάποιοι δεν επέστρεφαν ποτέ. Ορισμένοι έμεναν στην Κωνσταντινούπολη, όπου πήγαν κυρίως μετά το 1856 με τις μεταρρυθμίσεις του Ισλαχάτ-Χάττ-ι Χιουμαγιούν, που έδιναν κάποιες συνταγματικές διευκολύνσεις στις μειονότητες. Εκεί μάλιστα, δημιούργησαν ολόκληρη παροικία.
Άλλοι, «κολλούσαν» στον Έβρο κατά τον δρόμο της επιστροφής. Παντρεύονταν εκεί, αποκτούσαν παιδιά, έχτιζαν τα νέα σπίτια τους. Ένας-δύο «άφησαν τα κόκαλά τους» στο Ιράν, όπου μια ομάδα περίπου 40 Βυθινών ταξίδεψε για να εργαστεί στον Υπεριρανικό Σιδηρόδρομο.
Το …θαυματουργό «κουρασάνι» και τα μανιτάρια για τα γιαπράκια
Πώς φτιάχνονταν σπίτια, ναοί και γέφυρες; Αφού η πέτρα τιθασευόταν με τον ματρακά (εργαλείο παρόμοιο με βαριοπούλα), τα σφυριά και τα βελόνια, έπρεπε να παρασκευαστεί το «κουρασάνι», ένας κοκκινωπός πηλός -το τσιμέντο της εποχής. Έτσι σηκώνονταν και κρατιούνταν ενωμένα τα έργα τέχνης της πέτρας.
Και στην ανάπαυλα από το χτίσιμο, τα μαστόρια όλο και νοσταλγούσαν το φαγητό του τόπου τους, τ΄αγαπημένα τους «γιαπράκια», με μανιτάρια στη γέμιση, που δεν μπορούσαν να τα βρουν εύκολα.
Γράφει ο μάστορας στη γυναίκα του, στις 29/6/1889, από τη Σπάρτη (αρχείο Α.Τακαλιού): «Να μου φτιάσεις μια κοντούσα (σ.σ. κάπα)… Σε παρακαλώ να μας στείλεις και μίαν οκάν μαντάρια [σ.σ. αποξηραμένα μανιτάρια], μέσα εις τις τζέπις [σ.σ. τσέπες] της κοντούσας να τα βάλεις».
Το μεροκάματο, το αλεύρι και τα σωματεία
Το φαγητό -αν όχι ποιοτικό, τουλάχιστον πολύ- ήταν κάτι παραπάνω από απαραίτητο για τους μάστορες, που δούλευαν από τη στιγμή που ξεμύτιζε ο ήλιος ώσπου να βραδιάσει. Το 1934 ο μισθός τους δεν ξεπερνούσε τις 34 δραχμές. Την ίδια εποχή, ένα τσουβάλι αλεύρι καλής ποιότητας για την παρασκευή ψωμιού κόστιζε περί τις 470 δρχ.
Ίσως η δυσκολία να βγάλουν τα προς το ζην, τους έσπρωξε από νωρίς και στο «συνδικαλίζεσθαι». Το 1935 υπήρχε Σωματείο Οικοδόμων στον Πεντάλοφο, ενώ οι ζουμπανιώτες μάστορες-ταξιδευτές, μαζί με κάποιους διανοούμενους, δημιούργησαν και τους πρώτους κομμουνιστικούς πυρήνες στον τόπο τους, σύμφωνα με τον κ.Τακαλιό.
Οι απαράμιλλοι πετράδες και τα φτερωτά φίδια
Ανάμεσα σε πλειάδα γνωστών Ζουμπανιωτών μαστόρων ξεχωρίζουν ο κάλφας Κώστας Καρράς, που το 1816 θεωρείται ότι είχε πόστο στα οχυρωματικά έργα του Αλή Πασά στα Γιάννενα. Επίσης, ο σύγχρονός του, Δήμος Ζημπανιώτης, που άφησε πίσω του ναούς-πρότυπα, όπως ο Άγιος Αθανάσιος στο Λαύκο Πηλίου και η Παναγία Λαμπηδώνας (θεόσταλτη λάμψη) στην Τσαγκαράδα. Ο Γιώργος Κούστας, δημιουργός του μοναστηριού της Αγίας Τριάδας Βυθού και -από την ίδια φάρα- ο Νίκος Κούστας. Ο Μαστορομιχάλης Ζωπανιώτης. Και -πριν από αυτούς, γύρω στα 1740 έως 1770- οι Παναγιώτης Κατσαδήμος, Ιωάννης Τσιότσης, Αθανάσιος και Νικόλαος Μπαμπαλής και Ζήσης Περβανάς.
Και ο Τριαντάφυλλος Καπετανόπουλος, που έχτιζε γέφυρες στην Αφρική (σύμφωνα με έκδοση του Πολιτιστικού Συλλόγου και του δημοτικού σχολείου Πενταλόφου του 1999, με τίτλο «Ζουπανιώτες Μάστοροι», που έθεσε στη διάθεση του ΑΠΕ-ΜΠΕ ο δάσκαλος του χωριού, Γιάννης Ζέρβας).
Τα έργα των πετράδων αναδείκνυαν οι λιθογλύπτες, όπως ο Μίλιος (Ζουπανοπολίτης). Μέσα από τα χέρια τους, πάνω στην πέτρα -σε εντοιχισμένες πλάκες, περιθυρώματα και σκαλίσματα τζακιών- άνθιζαν μακρύμισχα άνθη και ξεπηδούσαν πουλιά και δικέφαλοι αετοί, βλαστοί, φτερωτά φίδια και επιγραφές θαρρείς κεντημένες. Βέβαια, η αμμώδης φύση της πέτρας που κυρίως χρησιμοποιούσαν -γκρίζος ψαμμίτης- έχει ήδη οδηγήσει στη φθορά πολλά από τα απαράμιλλα έργα τους, τα οποία -σύμφωνα με τον κ.Τακαλιό- θα πρέπει να προστατευτούν, ενδεχομένως με τη δημιουργία μιας ειδικής αίθουσας.
Και αν τα έργα των μαστόρων μόλις τώρα έχουν αρχίσει να φθείρονται, η αρχή του τέλους για τους ίδιους τους τεχνίτες τοποθετείται στην περίοδο μετά το ’40. Τότε, αρχίζει η μαζική παραγωγή κατασκευών, οι ομάδες τους εντάσσονται σιγά-σιγά (και κατ’ ανάγκη) σε εταιρίες και μπαίνουν τα θεμέλια για την …επικράτεια του τσιμέντου.
Στη Δ. Μακεδονία, όμως, την Εύβοια, την Πελοπόννησο, ακόμη και την ευρωπαϊκή Τουρκία, η πέτρα δίπλα στο τσιμέντο επιμένει να διηγείται ακόμη μια δική της ιστορία. Με αφετηρία τις διαδρομές τουλάχιστον τριών αιώνων των «νομάδων» του Ζουμπανίου…

Ζουπανιώτες: Συνέντευξη του τελευταίου των Δυτικομακεδόνων "νομάδων της πέτρας"

Της Αλεξάνδρας Γούτα, ΑΠΕ.ΜΠΕ

Είναι 96 χρονών. Ο τελευταίος -ίσως- μιας σειράς νομάδων δουλευτών της δυτικής Μακεδονίας, που, ταξιδεύοντας με καραβάνια από Αλεξανδρούπολη, Πήλιο και Μωριά ίσαμε την Κωνσταντινούπολη, το Ιράν και την Αφρική, «δάμασαν» την πέτρα και την «ανάγκασαν» να γίνει γέφυρα τοξωτή, εκκλησιά περήφανη, βρύση ζηλευτή, αρχοντικό σπίτι ή οχυρό απόρθητο.

Με άλλα λόγια, είναι από τους τελευταίους -αν όχι ο τελευταίος- των παλιών καλών «Ζουμπανιωτών» -και Ντουλιανωτών (Βυθινών)- μαστόρων, που δημιούργησαν έργα άφταστα από γκρίζο ψαμμίτη. Μάστορες που, ξεκινώντας κάθε Μάρτιο από το Ζουπάνι ή Ζουμπάνι (Πεντάλοφος Κοζάνης), «όργωναν» την Ελλάδα χτίζοντας, ενώ είχαν επινοήσει και τη δική τους συνθηματική γλώσσα, οχυρό όχι από πέτρα, αλλά από λέξεις, που τους προστάτευε απέναντι σε «αμύητους».

Ο Βυθινός Σωτήρης Καλύβας -που στα μάτια του η πέτρα «μιλάει» ακόμη- πρωτοπήγε «μαστορούλι» στους μεγάλους Ζουμπανιώτες μάστορες το 1927 και το 1930 έκανε το πρώτο του ταξίδι, προς Τρίπολη. Παιδί αμούστακο ακόμη, έγινε μέλος της ομάδας του συγχωριανού του, Δημήτρη Τζιούγκαβου.
Έκτοτε, ξεκίνησε μια «μάχη» μισού αιώνα με το δρόμο, την πέτρα και τις ίδιες τις ανθρώπινες αντοχές. Στην πορεία νόσησε από ελονοσία, διήνυσε εκατοντάδες χιλιόμετρα με κάθε είδους καιρικές συνθήκες, κατασκεύασε έργα-«κοσμήματα», αλλά και συμμετείχε στον ελληνοϊταλικό πόλεμο το 1940-41.
«Εγώ τη διάλεξα την πέτρα»
«Δούλεψα την πέτρα για 50 χρόνια. Εγώ τη διάλεξα. Δεκατεσσάρων χρονών. Ο πατέρας μου, που ήταν πολύ θρησκευόμενος, ήθελε να μάθω τα γράμματα. Εμένα μου είχε κολλήσει η ιδέα να γίνω μάστορας. Με έσπασε στο ξύλο μια μέρα για να με μεταπείσει. Μ’ έσωσε η νυφαδιά μου», διηγείται στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ.Καλύβας, που σήμερα ζει στη Βέροια και, ακόμη, όπως λέει, όταν βλέπει πέτρα, τού ΄ρχεται να την πιάσει στα χέρια του και να χτίσει.
Τελικά, «πέρασε το δικό του» του Σωτήρη. Μπήκε για δύο μήνες στη δούλεψη ενός μάστορα. Σκληρό όμως το μεροκάματο της πέτρας, ιδίως για ένα παιδί. Γύρισε σπίτι και ξανάπιασε τα βιβλία. Αυτή τη φορά, όμως, ήταν ο πατέρας του, που τον «γύρισε» πίσω: «Την πέτρα αγαπάς, εκεί θα πας», του ΄πε.
Και πήγε. Με ομάδες μαστόρων πήγε σε όποια γωνιά της Ελλάδας καλούσαν τους απαράμιλλους Δυτικομακεδόνες «πετράδες»: Μεσσηνία, Αλεξανδρούπολη, Καλαμάτα, Μελιγαλά…
«Σκληρή ζωή. Στον Μελιγαλά, όπου χτίσαμε φράγματα, είχε πάρα πολύ κουνούπι. Έπαθα ελονοσία και έμεινα στο κρεβάτι 15 ημέρες. Βέβαια, έρχονταν τα κορίτσια από το χωριό, που μαγείρευαν για εμάς, και με πρόσεχαν», θυμάται. Με το που στάθηκε όρθιος, επέστρεψε στο «γιαπί», αν και η ελονοσία τού άφησε το σημάδι της: στίγμα στον πνεύμονα.
Ο δρόμος ήταν το δεύτερο σπίτι του. Η ομάδα του και αυτός δεν έμεναν για πολύ σε έναν τόπο. Η δουλειά, είτε οι ξαφνικές περιπέτειες της ζωής, τους ανάγκαζαν να συνεχίσουν την πορεία τους. Του ζητάς να διηγηθεί κάποια δυνατή ανάμνηση. Χαμογελάει γλυκόπικρα και «ταξιδεύει» στο ταραγμένο 1946.
«Το ’46, είχαμε φύγει από τον Μάρτιο με τον Μπαρμπανικόλα, για να πάμε Καρδίτσα. Βλέποντας σε ένα χωριό μια στοίβα πέτρες, μάθαμε ότι είναι του προέδρου του χωριού, που θέλει να χτίσει σπίτι στην κόρη του. Κάπως έτσι πιάναμε δουλειά. Χτίσαμε το σπίτι και λίγο μετά ήρθε διαταγή ότι δεν μπορούν ξένοι μετακινούμενοι να χτίσουν εκεί. Πώς θα γινόταν αυτό; Εμείς έτσι ζούσαμε και δουλεύαμε, μετακινούμενοι. Τί θα κάναμε; Ξαναπήραμε τον δρόμο. Φτάσαμε εκεί που είναι σήμερα η λίμνη του Πλαστήρα. Δουλεύαμε καλά σε ένα χωριό μέσα στο δάσος. Εκεί, μια μέρα, βλέπουμε να βγαίνουν οπλισμένοι από το δάσος 30-40 αντάρτες τραγουδώντας. Δεν μας πείραξαν, αλλά εμείς φοβηθήκαμε και ξαναφύγαμε. Φτάσαμε στους Σοφάδες και από εκεί στα Φάρσαλα, με τα πόδια, κάτω απ΄τη βροχή. Έτσι ζούσαμε εμείς…»
Μάρτιος 1860, ξημερώματα… Έτσι ζούσανε… Γενιές και γενιές…
Η ιστορία των πετράδων της δυτικής Μακεδονίας ξεκινά πολλά χρόνια πριν τη γέννηση του Σωτήρη Καλύβα, πριν καν τελειώσει ο 18ος αιώνας. Μάλιστα, γύρω στα 1850-1860, τα ταξίδια τους εκτός των συνόρων γίνονταν πολύ συχνότερα. Δεκάδες ιστορίες «μετανάστευσης», στους δρόμους της πέτρας, διαδίδονται από στόμα σε στόμα? Και λίγο-πολύ, όλες έχουν κοινή αφετηρία.
… Μάρτιος 1860, ξημερώματα. Ο ουρανός κατάμαυρος και το κρύο τσουχτερό κάτω από τις καστανιές και τις οξιές. Μπροστά στο φωτισμένο παράθυρο της καλύβας, σε υψόμετρο 1.060 μέτρων, το «μπουλούκι» ανθρώπων και ζώων ίσα που διακρίνεται. Πέντε άντρες, τυλιγμένοι με μάλλινες κάπες, ελέγχουν για τελευταία φορά τις προμήθειές τους, τα πέταλα των μουλαριών και τα εργαλεία τους – βαριά σφυριά, «μάτρακες» και «βελόνες» λιθογλυπτών.
Δίπλα τους, ένα αγόρι 10-11 χρονών, τρίβει ακόμη τα μάτια του νυσταγμένο, αλλά φορτώνεται κι αυτό το δισάκι του. Είναι το «μαστορούλι» της ομάδας. Η μάνα παρακολουθεί από το παράθυρο το πρώτο φευγιό του γιου της, κάνοντας τον σταυρό της. Δίπλα στην πόρτα ακουμπισμένο το γκιούμι με το νερό και μέσα του το κλωνάρι της κρανιάς (για να είναι γεροί στην ξενιτιά), το θυμιατό και το θυμίαμα (για να φύγουν οι «δαιμόνοι» από τον δρόμο τους), Πριν φύγει, ο μάστορας θα κλωτσήσει το γκιούμι, να χυθεί το νερό, ώστε «έτσι γρήγορα, όπως χύνεται το νερό, να γυρίσει κι αυτός».
Το «κλαψόδεντρο»
Νωρίτερα, είχαν πάει όλοι μαζί στο «κλαψόδεντρο», στην τοποθεσία Τσούκα, για να κλάψουν με την ησυχία τους και να αποχαιρετιστούν. Η μάνα είχε ανοίξει την παλάμη του γιού της και είχε βάλει μέσα μια-δύο δραχμούλες, που ο μικρός έριξε πάνω στα χορτάρια, «για να αυγατίσουν σαν τα χορτάρια». Ο μεσαίος γιος, νιόπαντρος ακόμη, κρυμμένος πίσω από το «κλαψόδεντρο» με τη γυναίκα του, να την ασπαστεί, χωρίς να τον δουν οι «μεγάλοι»…
Κάπως έτσι ολοκληρώθηκαν οι αποχαιρετισμοί και σε λίγο οι πέντε θα αφήσουν πίσω τους το Ζουπάνι. Θα ταξιδέψουν μέχρι την Κωνσταντινούπολη για να χτίσουν μεταβυζαντινές εκκλησιές, μέγαρα μπέηδων και οχυρά. Είναι Ζουμπανιώτες μάστορες, «γητευτές» της πέτρας.
Καραβάνια ομοίων τους έχουν χαράξει τις διαδρομές τους ήδη από την τρίτη δεκαετία του 18ου αιώνα, για να πάνε σε Πήλιο, Εύβοια, Ρούμελη και Μωριά, να δαμάσουν τον γκρίζο ψαμμίτη και να φτιάξουν εκκλησίες, τοξωτά γεφύρια, βρύσες και μύλους, που όμοιά τους δεν υπάρχουν. Έργα αψεγάδιαστα.
Τους καλούν από κάθε γωνιά της Ελλάδας, κι όχι μόνο. Ορισμένοι, Ζουμπανιώτες ή Βυθινοί, φτάνουν ακόμη και στην Αφρική ή τον Υπεριρανικό Σιδηρόδρομο. Κάποιους τούς εμπιστεύεται και ο ίδιος ο Αλή Πασάς. Όμοιοί τους δεν υπάρχουν.
Η συνθηματική γλώσσα των νομάδων της πέτρας
Για να φτάσουν στον προορισμό τους θα διανυκτερεύσουν στην ύπαιθρο. Θα κοιμηθούν κατάχαμα, γύρω από φωτιές. Ή, το πολύ, σε άθλια -από άποψη υγιεινής και περιβάλλοντος- χάνια, όπου συχνάζουν περιθωριακοί τύποι, αλλά κι άλλοι περιπλανώμενοι δουλευτές: βοσκοί, αργυροχρυσοχόοι, «τερζήδες» (ράφτες-κεντητές) και «βαγενάδες» (βαρελοποιοί)…
Για να προστατεύεται η ομάδα, οι «νομάδες της πέτρας» έχουν επινοήσει συνθηματική γλώσσα, αποτελούμενη από 120-140 λέξεις, γεννημένες για να περιγράψουν ή να ιστορήσουν φαγητό, δουλειά, αφεντικά και αρχές, χρήματα, ποτό, σωματικές ανάγκες και σεξ.
Θα πουν «καψαλνώ» αντί φεύγω. «Βροχώνω» αντί πιάνω/παίρνω. «Μπαρός/μ’χός» αντί εργοδότης. «Αγκίδα» αντί για νεαρή κοπέλα. «Ζέρβοι» αντί για Τούρκοι και «Ζήνας» αντί για χωροφύλακας. «Ξιφλιάζω» αντί αποκαλύπτω. Θα πουν «βρόχωσα το κολοβό» για να εξηγήσουν ότι πληρώθηκαν και «η μ’χούσα φ’σάει όρματ΄αγουγιάτις», όταν διαπιστώσουν ότι η νοικοκυρά έχει ωραία πόδια, αλλά -για ευνόητους λόγους- δεν θέλουν να τους ακούσει ο νοικοκύρης.
Θα πουν «φ’ σω» αντί για υπάρχω και είμαι. Υπάρχουν και είναι. Είναι γνωστοί παντού για την τέχνη τους. Στο Πήλιο, από τις 20 εκκλησιές κάθε τύπου τον 18ο αιώνα, οι 13 είναι έργα Ζουπανιωτών, γράφει ο αρχιτέκτων Μιλτιάδης Πολυβίου, διδάκτωρ ΕΜΠ. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στη Δ.Θεσσαλία («Εν Βόλω», 2004, Τεύχος 12ο, «Φορείς της Ναοδομίας στο Πήλιον 1700-1861», Μ.Πολυβίου).
Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα έργα δεν αναγράφουν καν συγκεκριμένα ονόματα. Αρκούν δύο λέξεις: «Μάστοροι Ζουπανιώτες». Η περήφανη δήλωση ότι οι κατασκευαστές προέρχονται από το Ζουπάνι θεωρήθηκε αρκετή, ώστε να κριθεί περιττή η αναφορά ονομάτων. Είναι τόσο καταλυτική η παρουσία τους, που γρήγορα οι Πηλιορείτες αρχίζουν να αποκαλούν «Ζουπανιώτες» όλους τους τεχνίτες από την Ήπειρο!
Απόγονος οκτώ γενιών «πετράδων»
Ο φιλόλογος Ανδρέας Τακαλιός «ρίζωσε» στην παρακαταθήκη που άφησαν πίσω τους 6-8 γενιές Ζουπανιωτών μαστόρων ή 200-250 χρόνια δημιουργικός «πόλεμος» με την πέτρα. Ο κ. Τακαλιός, μέλος Πολιτιστικού Συλλόγου Πενταλόφου, μίλησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ για τον παππού του (πατέρα της μητέρας του), Νικόλαο Μπαμπαλή, «πελεκάνο» (πελεκητή) και μάστορα των τοξωτών γεφυριών.
Ο Νικόλαος Μπαμπαλής, όταν ταξίδευε, έπαιρνε μαζί του και το δίχορδο «ταμπουρά» του, ένα μουσικό όργανο όχι σύνηθες στη Δ.Μακεδονία. ‘Οταν το «μπουλούκι» ξαπόσταινε, ο Νικόλαος έκανε το μικρό όργανο να τραγουδήσει, χαϊδεύοντας τις χορδές του με μια φλούδα κερασιάς.
Οι μάστορες ήταν σκληροί δουλευτές, αλλά και γλεντζέδες και «γερά ποτήρια». Νομάδες, λόγω δουλειάς, συμμετείχαν σε γλέντια, χορούς και γάμους των περιοχών, όπου έχτιζαν. Στις 15/1/1933, «Το Βόιον» έγραφε: «[…] Με το θαυμάσιον κρασί της Παλαιουπόλεως [σ.σ. της νήσου Ανδρου] και με τους εκλεκτούς μεζέδες της θαλάσσης, εδημιούργησεν ένα γλέντι αρκετά καλό. Εις αυτό παρευρέθησαν οι ενταύθα ευρισκόμενοι χτίσται (αρχείο Α.Τακαλή)». Όταν το έργο που είχαν αναλάβει τελείωνε, οι χτίστες μπορούσαν να απολαύσουν το «ζειαφέτι» τους, το φίλεμα δηλαδή, που τους έκανε η …αναθέτουσα αρχή.
Στα γλέντια, τα αστεία πολλά και «πιπεράτα», με έντονα σεξουαλικά υπονοούμενα, καθώς έμεναν για πολύ καιρό μακριά από τα σπίτια και τις γυναίκες τους. Ίσως για αυτό το γυναικείο στοιχείο κατόρθωσε να παρεισφρήσει ακόμη και στις κατασκευές τους -είναι πολύ συνήθης η παράσταση γυναικείου στήθους ως απόληξης αγκωναριού στα έργα τους, αν και κατά ορισμένους δεν συνδέεται με την έλλειψη της γυναίκας, αλλά αποτελεί παραπομπή στην αφθονία.
Το «Σχολείο των μαστόρων»
Δεν ήταν εύκολο να πάρει κάποιος τον τίτλο του Ζουπανιώτη μάστορα. Το «σχολείο» κρατούσε χρόνια ολόκληρα. Όπως εξηγεί ο κ.Τακαλιός, η μαθητεία ξεκινούσε από πολύ νεαρή ηλικία, αφού τα «μαστορούλια» ή «λαγούδια» ήταν 9-14 ετών. Επικεφαλής της ομάδας των κτιστών, που συχνά αποτελείτο μεν από συγγενείς, αλλά απαραιτήτως άξιους τεχνίτες στο δούλεμα της πέτρας, ήταν ο «κάλφας», με γνώσεις μηχανικής, πελεκητής και ο ίδιος.
Τα μαστορούλια «έμπαιναν» στο χώρο κάνοντας όλα τα θελήματα, από το να φτιάξουν λάσπη και να κουβαλήσουν πέτρες στα μουλάρια, μέχρι να πλύνουν τα ρούχα του μάστορα. Δίπλα στα πιτσιρίκια, ο «νταμαρτζής»: με μπαρούτι αποκολλούσε τις πέτρες από το βουνό -πολλοί νταμαρτζήδες ακρωτηριάστηκαν.
Αν ο μαθητής τα πήγαινε καλά, «προαγόταν» σε κτίστη της εσωτερικής πλευράς του τοίχου. Αν τα πήγαινε ακόμη καλύτερα, «είχε πρόσωπο» να διεκδικήσει θέση κτίστη εξωτερικής πλευράς, που ήθελε μεγάλη μαεστρία. Κοντά στην «κορυφή» της πυραμίδας βρισκόταν ο μάστορας της πλακοσκεπής, που είχε ήδη δώσει πολλές εξετάσεις, ενώ ο κυρίαρχος ήταν ο μάστορας πελεκητής.
«Αν κάποιος έφτανε στα τελευταία δύο στάδια, αυτό ήταν επίτευγμα. Στους δέκα, μόνο ο ένας έφτανε εκεί. Συνήθως έπρεπε να ξεπεράσει την ηλικία των 35-40 χρόνων για να πάρει τέτοια θέση», εξηγεί ο κ. Τακαλιός. «Κεφάλι πράσο θα φας μόνο όταν γίνεις μάστορας [Μέχρι τότε θα τρως μόνο τα φύλλα]», έλεγαν στο Δίλοφο.
Ο επικεφαλής μάστορας («κάλφας») διάλεγε τα μέλη της ομάδας του στη διάρκεια του χειμώνα. Μετά τη γιορτή του Αγίου Θεοδώρου, κοντά στις απόκριες, το «μπουλούκι» έφευγε και, είτε περιπλανιόταν εβδομάδες ψάχνοντας για δουλειά, είτε πήγαινε εκεί που το είχαν καλέσει ήδη από το προηγούμενο καλοκαίρι.
Κάποιοι δεν επέστρεφαν ποτέ. Ορισμένοι έμεναν στην Κωνσταντινούπολη, όπου πήγαν κυρίως μετά το 1856 με τις μεταρρυθμίσεις του Ισλαχάτ-Χάττ-ι Χιουμαγιούν, που έδιναν κάποιες συνταγματικές διευκολύνσεις στις μειονότητες. Εκεί μάλιστα, δημιούργησαν ολόκληρη παροικία.
Άλλοι, «κολλούσαν» στον Έβρο κατά τον δρόμο της επιστροφής. Παντρεύονταν εκεί, αποκτούσαν παιδιά, έχτιζαν τα νέα σπίτια τους. Ένας-δύο «άφησαν τα κόκαλά τους» στο Ιράν, όπου μια ομάδα περίπου 40 Βυθινών ταξίδεψε για να εργαστεί στον Υπεριρανικό Σιδηρόδρομο.
Το …θαυματουργό «κουρασάνι» και τα μανιτάρια για τα γιαπράκια
Πώς φτιάχνονταν σπίτια, ναοί και γέφυρες; Αφού η πέτρα τιθασευόταν με τον ματρακά (εργαλείο παρόμοιο με βαριοπούλα), τα σφυριά και τα βελόνια, έπρεπε να παρασκευαστεί το «κουρασάνι», ένας κοκκινωπός πηλός -το τσιμέντο της εποχής. Έτσι σηκώνονταν και κρατιούνταν ενωμένα τα έργα τέχνης της πέτρας.
Και στην ανάπαυλα από το χτίσιμο, τα μαστόρια όλο και νοσταλγούσαν το φαγητό του τόπου τους, τ΄αγαπημένα τους «γιαπράκια», με μανιτάρια στη γέμιση, που δεν μπορούσαν να τα βρουν εύκολα.
Γράφει ο μάστορας στη γυναίκα του, στις 29/6/1889, από τη Σπάρτη (αρχείο Α.Τακαλιού): «Να μου φτιάσεις μια κοντούσα (σ.σ. κάπα)… Σε παρακαλώ να μας στείλεις και μίαν οκάν μαντάρια [σ.σ. αποξηραμένα μανιτάρια], μέσα εις τις τζέπις [σ.σ. τσέπες] της κοντούσας να τα βάλεις».
Το μεροκάματο, το αλεύρι και τα σωματεία
Το φαγητό -αν όχι ποιοτικό, τουλάχιστον πολύ- ήταν κάτι παραπάνω από απαραίτητο για τους μάστορες, που δούλευαν από τη στιγμή που ξεμύτιζε ο ήλιος ώσπου να βραδιάσει. Το 1934 ο μισθός τους δεν ξεπερνούσε τις 34 δραχμές. Την ίδια εποχή, ένα τσουβάλι αλεύρι καλής ποιότητας για την παρασκευή ψωμιού κόστιζε περί τις 470 δρχ.
Ίσως η δυσκολία να βγάλουν τα προς το ζην, τους έσπρωξε από νωρίς και στο «συνδικαλίζεσθαι». Το 1935 υπήρχε Σωματείο Οικοδόμων στον Πεντάλοφο, ενώ οι ζουμπανιώτες μάστορες-ταξιδευτές, μαζί με κάποιους διανοούμενους, δημιούργησαν και τους πρώτους κομμουνιστικούς πυρήνες στον τόπο τους, σύμφωνα με τον κ.Τακαλιό.
Οι απαράμιλλοι πετράδες και τα φτερωτά φίδια
Ανάμεσα σε πλειάδα γνωστών Ζουμπανιωτών μαστόρων ξεχωρίζουν ο κάλφας Κώστας Καρράς, που το 1816 θεωρείται ότι είχε πόστο στα οχυρωματικά έργα του Αλή Πασά στα Γιάννενα. Επίσης, ο σύγχρονός του, Δήμος Ζημπανιώτης, που άφησε πίσω του ναούς-πρότυπα, όπως ο Άγιος Αθανάσιος στο Λαύκο Πηλίου και η Παναγία Λαμπηδώνας (θεόσταλτη λάμψη) στην Τσαγκαράδα. Ο Γιώργος Κούστας, δημιουργός του μοναστηριού της Αγίας Τριάδας Βυθού και -από την ίδια φάρα- ο Νίκος Κούστας. Ο Μαστορομιχάλης Ζωπανιώτης. Και -πριν από αυτούς, γύρω στα 1740 έως 1770- οι Παναγιώτης Κατσαδήμος, Ιωάννης Τσιότσης, Αθανάσιος και Νικόλαος Μπαμπαλής και Ζήσης Περβανάς.
Και ο Τριαντάφυλλος Καπετανόπουλος, που έχτιζε γέφυρες στην Αφρική (σύμφωνα με έκδοση του Πολιτιστικού Συλλόγου και του δημοτικού σχολείου Πενταλόφου του 1999, με τίτλο «Ζουπανιώτες Μάστοροι», που έθεσε στη διάθεση του ΑΠΕ-ΜΠΕ ο δάσκαλος του χωριού, Γιάννης Ζέρβας).
Τα έργα των πετράδων αναδείκνυαν οι λιθογλύπτες, όπως ο Μίλιος (Ζουπανοπολίτης). Μέσα από τα χέρια τους, πάνω στην πέτρα -σε εντοιχισμένες πλάκες, περιθυρώματα και σκαλίσματα τζακιών- άνθιζαν μακρύμισχα άνθη και ξεπηδούσαν πουλιά και δικέφαλοι αετοί, βλαστοί, φτερωτά φίδια και επιγραφές θαρρείς κεντημένες. Βέβαια, η αμμώδης φύση της πέτρας που κυρίως χρησιμοποιούσαν -γκρίζος ψαμμίτης- έχει ήδη οδηγήσει στη φθορά πολλά από τα απαράμιλλα έργα τους, τα οποία -σύμφωνα με τον κ.Τακαλιό- θα πρέπει να προστατευτούν, ενδεχομένως με τη δημιουργία μιας ειδικής αίθουσας.
Και αν τα έργα των μαστόρων μόλις τώρα έχουν αρχίσει να φθείρονται, η αρχή του τέλους για τους ίδιους τους τεχνίτες τοποθετείται στην περίοδο μετά το ’40. Τότε, αρχίζει η μαζική παραγωγή κατασκευών, οι ομάδες τους εντάσσονται σιγά-σιγά (και κατ’ ανάγκη) σε εταιρίες και μπαίνουν τα θεμέλια για την …επικράτεια του τσιμέντου.
Στη Δ. Μακεδονία, όμως, την Εύβοια, την Πελοπόννησο, ακόμη και την ευρωπαϊκή Τουρκία, η πέτρα δίπλα στο τσιμέντο επιμένει να διηγείται ακόμη μια δική της ιστορία. Με αφετηρία τις διαδρομές τουλάχιστον τριών αιώνων των «νομάδων» του Ζουμπανίου…

Ζουπανιώτες: Συνέντευξη του τελευταίου των Δυτικομακεδόνων "νομάδων της πέτρας"

Της Αλεξάνδρας Γούτα, ΑΠΕ.ΜΠΕ

Είναι 96 χρονών. Ο τελευταίος -ίσως- μιας σειράς νομάδων δουλευτών της δυτικής Μακεδονίας, που, ταξιδεύοντας με καραβάνια από Αλεξανδρούπολη, Πήλιο και Μωριά ίσαμε την Κωνσταντινούπολη, το Ιράν και την Αφρική, «δάμασαν» την πέτρα και την «ανάγκασαν» να γίνει γέφυρα τοξωτή, εκκλησιά περήφανη, βρύση ζηλευτή, αρχοντικό σπίτι ή οχυρό απόρθητο.

Με άλλα λόγια, είναι από τους τελευταίους -αν όχι ο τελευταίος- των παλιών καλών «Ζουμπανιωτών» -και Ντουλιανωτών (Βυθινών)- μαστόρων, που δημιούργησαν έργα άφταστα από γκρίζο ψαμμίτη. Μάστορες που, ξεκινώντας κάθε Μάρτιο από το Ζουπάνι ή Ζουμπάνι (Πεντάλοφος Κοζάνης), «όργωναν» την Ελλάδα χτίζοντας, ενώ είχαν επινοήσει και τη δική τους συνθηματική γλώσσα, οχυρό όχι από πέτρα, αλλά από λέξεις, που τους προστάτευε απέναντι σε «αμύητους».

Ο Βυθινός Σωτήρης Καλύβας -που στα μάτια του η πέτρα «μιλάει» ακόμη- πρωτοπήγε «μαστορούλι» στους μεγάλους Ζουμπανιώτες μάστορες το 1927 και το 1930 έκανε το πρώτο του ταξίδι, προς Τρίπολη. Παιδί αμούστακο ακόμη, έγινε μέλος της ομάδας του συγχωριανού του, Δημήτρη Τζιούγκαβου.
Έκτοτε, ξεκίνησε μια «μάχη» μισού αιώνα με το δρόμο, την πέτρα και τις ίδιες τις ανθρώπινες αντοχές. Στην πορεία νόσησε από ελονοσία, διήνυσε εκατοντάδες χιλιόμετρα με κάθε είδους καιρικές συνθήκες, κατασκεύασε έργα-«κοσμήματα», αλλά και συμμετείχε στον ελληνοϊταλικό πόλεμο το 1940-41.
«Εγώ τη διάλεξα την πέτρα»
«Δούλεψα την πέτρα για 50 χρόνια. Εγώ τη διάλεξα. Δεκατεσσάρων χρονών. Ο πατέρας μου, που ήταν πολύ θρησκευόμενος, ήθελε να μάθω τα γράμματα. Εμένα μου είχε κολλήσει η ιδέα να γίνω μάστορας. Με έσπασε στο ξύλο μια μέρα για να με μεταπείσει. Μ’ έσωσε η νυφαδιά μου», διηγείται στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ.Καλύβας, που σήμερα ζει στη Βέροια και, ακόμη, όπως λέει, όταν βλέπει πέτρα, τού ΄ρχεται να την πιάσει στα χέρια του και να χτίσει.
Τελικά, «πέρασε το δικό του» του Σωτήρη. Μπήκε για δύο μήνες στη δούλεψη ενός μάστορα. Σκληρό όμως το μεροκάματο της πέτρας, ιδίως για ένα παιδί. Γύρισε σπίτι και ξανάπιασε τα βιβλία. Αυτή τη φορά, όμως, ήταν ο πατέρας του, που τον «γύρισε» πίσω: «Την πέτρα αγαπάς, εκεί θα πας», του ΄πε.
Και πήγε. Με ομάδες μαστόρων πήγε σε όποια γωνιά της Ελλάδας καλούσαν τους απαράμιλλους Δυτικομακεδόνες «πετράδες»: Μεσσηνία, Αλεξανδρούπολη, Καλαμάτα, Μελιγαλά…
«Σκληρή ζωή. Στον Μελιγαλά, όπου χτίσαμε φράγματα, είχε πάρα πολύ κουνούπι. Έπαθα ελονοσία και έμεινα στο κρεβάτι 15 ημέρες. Βέβαια, έρχονταν τα κορίτσια από το χωριό, που μαγείρευαν για εμάς, και με πρόσεχαν», θυμάται. Με το που στάθηκε όρθιος, επέστρεψε στο «γιαπί», αν και η ελονοσία τού άφησε το σημάδι της: στίγμα στον πνεύμονα.
Ο δρόμος ήταν το δεύτερο σπίτι του. Η ομάδα του και αυτός δεν έμεναν για πολύ σε έναν τόπο. Η δουλειά, είτε οι ξαφνικές περιπέτειες της ζωής, τους ανάγκαζαν να συνεχίσουν την πορεία τους. Του ζητάς να διηγηθεί κάποια δυνατή ανάμνηση. Χαμογελάει γλυκόπικρα και «ταξιδεύει» στο ταραγμένο 1946.
«Το ’46, είχαμε φύγει από τον Μάρτιο με τον Μπαρμπανικόλα, για να πάμε Καρδίτσα. Βλέποντας σε ένα χωριό μια στοίβα πέτρες, μάθαμε ότι είναι του προέδρου του χωριού, που θέλει να χτίσει σπίτι στην κόρη του. Κάπως έτσι πιάναμε δουλειά. Χτίσαμε το σπίτι και λίγο μετά ήρθε διαταγή ότι δεν μπορούν ξένοι μετακινούμενοι να χτίσουν εκεί. Πώς θα γινόταν αυτό; Εμείς έτσι ζούσαμε και δουλεύαμε, μετακινούμενοι. Τί θα κάναμε; Ξαναπήραμε τον δρόμο. Φτάσαμε εκεί που είναι σήμερα η λίμνη του Πλαστήρα. Δουλεύαμε καλά σε ένα χωριό μέσα στο δάσος. Εκεί, μια μέρα, βλέπουμε να βγαίνουν οπλισμένοι από το δάσος 30-40 αντάρτες τραγουδώντας. Δεν μας πείραξαν, αλλά εμείς φοβηθήκαμε και ξαναφύγαμε. Φτάσαμε στους Σοφάδες και από εκεί στα Φάρσαλα, με τα πόδια, κάτω απ΄τη βροχή. Έτσι ζούσαμε εμείς…»
Μάρτιος 1860, ξημερώματα… Έτσι ζούσανε… Γενιές και γενιές…
Η ιστορία των πετράδων της δυτικής Μακεδονίας ξεκινά πολλά χρόνια πριν τη γέννηση του Σωτήρη Καλύβα, πριν καν τελειώσει ο 18ος αιώνας. Μάλιστα, γύρω στα 1850-1860, τα ταξίδια τους εκτός των συνόρων γίνονταν πολύ συχνότερα. Δεκάδες ιστορίες «μετανάστευσης», στους δρόμους της πέτρας, διαδίδονται από στόμα σε στόμα? Και λίγο-πολύ, όλες έχουν κοινή αφετηρία.
… Μάρτιος 1860, ξημερώματα. Ο ουρανός κατάμαυρος και το κρύο τσουχτερό κάτω από τις καστανιές και τις οξιές. Μπροστά στο φωτισμένο παράθυρο της καλύβας, σε υψόμετρο 1.060 μέτρων, το «μπουλούκι» ανθρώπων και ζώων ίσα που διακρίνεται. Πέντε άντρες, τυλιγμένοι με μάλλινες κάπες, ελέγχουν για τελευταία φορά τις προμήθειές τους, τα πέταλα των μουλαριών και τα εργαλεία τους – βαριά σφυριά, «μάτρακες» και «βελόνες» λιθογλυπτών.
Δίπλα τους, ένα αγόρι 10-11 χρονών, τρίβει ακόμη τα μάτια του νυσταγμένο, αλλά φορτώνεται κι αυτό το δισάκι του. Είναι το «μαστορούλι» της ομάδας. Η μάνα παρακολουθεί από το παράθυρο το πρώτο φευγιό του γιου της, κάνοντας τον σταυρό της. Δίπλα στην πόρτα ακουμπισμένο το γκιούμι με το νερό και μέσα του το κλωνάρι της κρανιάς (για να είναι γεροί στην ξενιτιά), το θυμιατό και το θυμίαμα (για να φύγουν οι «δαιμόνοι» από τον δρόμο τους), Πριν φύγει, ο μάστορας θα κλωτσήσει το γκιούμι, να χυθεί το νερό, ώστε «έτσι γρήγορα, όπως χύνεται το νερό, να γυρίσει κι αυτός».
Το «κλαψόδεντρο»
Νωρίτερα, είχαν πάει όλοι μαζί στο «κλαψόδεντρο», στην τοποθεσία Τσούκα, για να κλάψουν με την ησυχία τους και να αποχαιρετιστούν. Η μάνα είχε ανοίξει την παλάμη του γιού της και είχε βάλει μέσα μια-δύο δραχμούλες, που ο μικρός έριξε πάνω στα χορτάρια, «για να αυγατίσουν σαν τα χορτάρια». Ο μεσαίος γιος, νιόπαντρος ακόμη, κρυμμένος πίσω από το «κλαψόδεντρο» με τη γυναίκα του, να την ασπαστεί, χωρίς να τον δουν οι «μεγάλοι»…
Κάπως έτσι ολοκληρώθηκαν οι αποχαιρετισμοί και σε λίγο οι πέντε θα αφήσουν πίσω τους το Ζουπάνι. Θα ταξιδέψουν μέχρι την Κωνσταντινούπολη για να χτίσουν μεταβυζαντινές εκκλησιές, μέγαρα μπέηδων και οχυρά. Είναι Ζουμπανιώτες μάστορες, «γητευτές» της πέτρας.
Καραβάνια ομοίων τους έχουν χαράξει τις διαδρομές τους ήδη από την τρίτη δεκαετία του 18ου αιώνα, για να πάνε σε Πήλιο, Εύβοια, Ρούμελη και Μωριά, να δαμάσουν τον γκρίζο ψαμμίτη και να φτιάξουν εκκλησίες, τοξωτά γεφύρια, βρύσες και μύλους, που όμοιά τους δεν υπάρχουν. Έργα αψεγάδιαστα.
Τους καλούν από κάθε γωνιά της Ελλάδας, κι όχι μόνο. Ορισμένοι, Ζουμπανιώτες ή Βυθινοί, φτάνουν ακόμη και στην Αφρική ή τον Υπεριρανικό Σιδηρόδρομο. Κάποιους τούς εμπιστεύεται και ο ίδιος ο Αλή Πασάς. Όμοιοί τους δεν υπάρχουν.
Η συνθηματική γλώσσα των νομάδων της πέτρας
Για να φτάσουν στον προορισμό τους θα διανυκτερεύσουν στην ύπαιθρο. Θα κοιμηθούν κατάχαμα, γύρω από φωτιές. Ή, το πολύ, σε άθλια -από άποψη υγιεινής και περιβάλλοντος- χάνια, όπου συχνάζουν περιθωριακοί τύποι, αλλά κι άλλοι περιπλανώμενοι δουλευτές: βοσκοί, αργυροχρυσοχόοι, «τερζήδες» (ράφτες-κεντητές) και «βαγενάδες» (βαρελοποιοί)…
Για να προστατεύεται η ομάδα, οι «νομάδες της πέτρας» έχουν επινοήσει συνθηματική γλώσσα, αποτελούμενη από 120-140 λέξεις, γεννημένες για να περιγράψουν ή να ιστορήσουν φαγητό, δουλειά, αφεντικά και αρχές, χρήματα, ποτό, σωματικές ανάγκες και σεξ.
Θα πουν «καψαλνώ» αντί φεύγω. «Βροχώνω» αντί πιάνω/παίρνω. «Μπαρός/μ’χός» αντί εργοδότης. «Αγκίδα» αντί για νεαρή κοπέλα. «Ζέρβοι» αντί για Τούρκοι και «Ζήνας» αντί για χωροφύλακας. «Ξιφλιάζω» αντί αποκαλύπτω. Θα πουν «βρόχωσα το κολοβό» για να εξηγήσουν ότι πληρώθηκαν και «η μ’χούσα φ’σάει όρματ΄αγουγιάτις», όταν διαπιστώσουν ότι η νοικοκυρά έχει ωραία πόδια, αλλά -για ευνόητους λόγους- δεν θέλουν να τους ακούσει ο νοικοκύρης.
Θα πουν «φ’ σω» αντί για υπάρχω και είμαι. Υπάρχουν και είναι. Είναι γνωστοί παντού για την τέχνη τους. Στο Πήλιο, από τις 20 εκκλησιές κάθε τύπου τον 18ο αιώνα, οι 13 είναι έργα Ζουπανιωτών, γράφει ο αρχιτέκτων Μιλτιάδης Πολυβίου, διδάκτωρ ΕΜΠ. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στη Δ.Θεσσαλία («Εν Βόλω», 2004, Τεύχος 12ο, «Φορείς της Ναοδομίας στο Πήλιον 1700-1861», Μ.Πολυβίου).
Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα έργα δεν αναγράφουν καν συγκεκριμένα ονόματα. Αρκούν δύο λέξεις: «Μάστοροι Ζουπανιώτες». Η περήφανη δήλωση ότι οι κατασκευαστές προέρχονται από το Ζουπάνι θεωρήθηκε αρκετή, ώστε να κριθεί περιττή η αναφορά ονομάτων. Είναι τόσο καταλυτική η παρουσία τους, που γρήγορα οι Πηλιορείτες αρχίζουν να αποκαλούν «Ζουπανιώτες» όλους τους τεχνίτες από την Ήπειρο!
Απόγονος οκτώ γενιών «πετράδων»
Ο φιλόλογος Ανδρέας Τακαλιός «ρίζωσε» στην παρακαταθήκη που άφησαν πίσω τους 6-8 γενιές Ζουπανιωτών μαστόρων ή 200-250 χρόνια δημιουργικός «πόλεμος» με την πέτρα. Ο κ. Τακαλιός, μέλος Πολιτιστικού Συλλόγου Πενταλόφου, μίλησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ για τον παππού του (πατέρα της μητέρας του), Νικόλαο Μπαμπαλή, «πελεκάνο» (πελεκητή) και μάστορα των τοξωτών γεφυριών.
Ο Νικόλαος Μπαμπαλής, όταν ταξίδευε, έπαιρνε μαζί του και το δίχορδο «ταμπουρά» του, ένα μουσικό όργανο όχι σύνηθες στη Δ.Μακεδονία. ‘Οταν το «μπουλούκι» ξαπόσταινε, ο Νικόλαος έκανε το μικρό όργανο να τραγουδήσει, χαϊδεύοντας τις χορδές του με μια φλούδα κερασιάς.
Οι μάστορες ήταν σκληροί δουλευτές, αλλά και γλεντζέδες και «γερά ποτήρια». Νομάδες, λόγω δουλειάς, συμμετείχαν σε γλέντια, χορούς και γάμους των περιοχών, όπου έχτιζαν. Στις 15/1/1933, «Το Βόιον» έγραφε: «[…] Με το θαυμάσιον κρασί της Παλαιουπόλεως [σ.σ. της νήσου Ανδρου] και με τους εκλεκτούς μεζέδες της θαλάσσης, εδημιούργησεν ένα γλέντι αρκετά καλό. Εις αυτό παρευρέθησαν οι ενταύθα ευρισκόμενοι χτίσται (αρχείο Α.Τακαλή)». Όταν το έργο που είχαν αναλάβει τελείωνε, οι χτίστες μπορούσαν να απολαύσουν το «ζειαφέτι» τους, το φίλεμα δηλαδή, που τους έκανε η …αναθέτουσα αρχή.
Στα γλέντια, τα αστεία πολλά και «πιπεράτα», με έντονα σεξουαλικά υπονοούμενα, καθώς έμεναν για πολύ καιρό μακριά από τα σπίτια και τις γυναίκες τους. Ίσως για αυτό το γυναικείο στοιχείο κατόρθωσε να παρεισφρήσει ακόμη και στις κατασκευές τους -είναι πολύ συνήθης η παράσταση γυναικείου στήθους ως απόληξης αγκωναριού στα έργα τους, αν και κατά ορισμένους δεν συνδέεται με την έλλειψη της γυναίκας, αλλά αποτελεί παραπομπή στην αφθονία.
Το «Σχολείο των μαστόρων»
Δεν ήταν εύκολο να πάρει κάποιος τον τίτλο του Ζουπανιώτη μάστορα. Το «σχολείο» κρατούσε χρόνια ολόκληρα. Όπως εξηγεί ο κ.Τακαλιός, η μαθητεία ξεκινούσε από πολύ νεαρή ηλικία, αφού τα «μαστορούλια» ή «λαγούδια» ήταν 9-14 ετών. Επικεφαλής της ομάδας των κτιστών, που συχνά αποτελείτο μεν από συγγενείς, αλλά απαραιτήτως άξιους τεχνίτες στο δούλεμα της πέτρας, ήταν ο «κάλφας», με γνώσεις μηχανικής, πελεκητής και ο ίδιος.
Τα μαστορούλια «έμπαιναν» στο χώρο κάνοντας όλα τα θελήματα, από το να φτιάξουν λάσπη και να κουβαλήσουν πέτρες στα μουλάρια, μέχρι να πλύνουν τα ρούχα του μάστορα. Δίπλα στα πιτσιρίκια, ο «νταμαρτζής»: με μπαρούτι αποκολλούσε τις πέτρες από το βουνό -πολλοί νταμαρτζήδες ακρωτηριάστηκαν.
Αν ο μαθητής τα πήγαινε καλά, «προαγόταν» σε κτίστη της εσωτερικής πλευράς του τοίχου. Αν τα πήγαινε ακόμη καλύτερα, «είχε πρόσωπο» να διεκδικήσει θέση κτίστη εξωτερικής πλευράς, που ήθελε μεγάλη μαεστρία. Κοντά στην «κορυφή» της πυραμίδας βρισκόταν ο μάστορας της πλακοσκεπής, που είχε ήδη δώσει πολλές εξετάσεις, ενώ ο κυρίαρχος ήταν ο μάστορας πελεκητής.
«Αν κάποιος έφτανε στα τελευταία δύο στάδια, αυτό ήταν επίτευγμα. Στους δέκα, μόνο ο ένας έφτανε εκεί. Συνήθως έπρεπε να ξεπεράσει την ηλικία των 35-40 χρόνων για να πάρει τέτοια θέση», εξηγεί ο κ. Τακαλιός. «Κεφάλι πράσο θα φας μόνο όταν γίνεις μάστορας [Μέχρι τότε θα τρως μόνο τα φύλλα]», έλεγαν στο Δίλοφο.
Ο επικεφαλής μάστορας («κάλφας») διάλεγε τα μέλη της ομάδας του στη διάρκεια του χειμώνα. Μετά τη γιορτή του Αγίου Θεοδώρου, κοντά στις απόκριες, το «μπουλούκι» έφευγε και, είτε περιπλανιόταν εβδομάδες ψάχνοντας για δουλειά, είτε πήγαινε εκεί που το είχαν καλέσει ήδη από το προηγούμενο καλοκαίρι.
Κάποιοι δεν επέστρεφαν ποτέ. Ορισμένοι έμεναν στην Κωνσταντινούπολη, όπου πήγαν κυρίως μετά το 1856 με τις μεταρρυθμίσεις του Ισλαχάτ-Χάττ-ι Χιουμαγιούν, που έδιναν κάποιες συνταγματικές διευκολύνσεις στις μειονότητες. Εκεί μάλιστα, δημιούργησαν ολόκληρη παροικία.
Άλλοι, «κολλούσαν» στον Έβρο κατά τον δρόμο της επιστροφής. Παντρεύονταν εκεί, αποκτούσαν παιδιά, έχτιζαν τα νέα σπίτια τους. Ένας-δύο «άφησαν τα κόκαλά τους» στο Ιράν, όπου μια ομάδα περίπου 40 Βυθινών ταξίδεψε για να εργαστεί στον Υπεριρανικό Σιδηρόδρομο.
Το …θαυματουργό «κουρασάνι» και τα μανιτάρια για τα γιαπράκια
Πώς φτιάχνονταν σπίτια, ναοί και γέφυρες; Αφού η πέτρα τιθασευόταν με τον ματρακά (εργαλείο παρόμοιο με βαριοπούλα), τα σφυριά και τα βελόνια, έπρεπε να παρασκευαστεί το «κουρασάνι», ένας κοκκινωπός πηλός -το τσιμέντο της εποχής. Έτσι σηκώνονταν και κρατιούνταν ενωμένα τα έργα τέχνης της πέτρας.
Και στην ανάπαυλα από το χτίσιμο, τα μαστόρια όλο και νοσταλγούσαν το φαγητό του τόπου τους, τ΄αγαπημένα τους «γιαπράκια», με μανιτάρια στη γέμιση, που δεν μπορούσαν να τα βρουν εύκολα.
Γράφει ο μάστορας στη γυναίκα του, στις 29/6/1889, από τη Σπάρτη (αρχείο Α.Τακαλιού): «Να μου φτιάσεις μια κοντούσα (σ.σ. κάπα)… Σε παρακαλώ να μας στείλεις και μίαν οκάν μαντάρια [σ.σ. αποξηραμένα μανιτάρια], μέσα εις τις τζέπις [σ.σ. τσέπες] της κοντούσας να τα βάλεις».
Το μεροκάματο, το αλεύρι και τα σωματεία
Το φαγητό -αν όχι ποιοτικό, τουλάχιστον πολύ- ήταν κάτι παραπάνω από απαραίτητο για τους μάστορες, που δούλευαν από τη στιγμή που ξεμύτιζε ο ήλιος ώσπου να βραδιάσει. Το 1934 ο μισθός τους δεν ξεπερνούσε τις 34 δραχμές. Την ίδια εποχή, ένα τσουβάλι αλεύρι καλής ποιότητας για την παρασκευή ψωμιού κόστιζε περί τις 470 δρχ.
Ίσως η δυσκολία να βγάλουν τα προς το ζην, τους έσπρωξε από νωρίς και στο «συνδικαλίζεσθαι». Το 1935 υπήρχε Σωματείο Οικοδόμων στον Πεντάλοφο, ενώ οι ζουμπανιώτες μάστορες-ταξιδευτές, μαζί με κάποιους διανοούμενους, δημιούργησαν και τους πρώτους κομμουνιστικούς πυρήνες στον τόπο τους, σύμφωνα με τον κ.Τακαλιό.
Οι απαράμιλλοι πετράδες και τα φτερωτά φίδια
Ανάμεσα σε πλειάδα γνωστών Ζουμπανιωτών μαστόρων ξεχωρίζουν ο κάλφας Κώστας Καρράς, που το 1816 θεωρείται ότι είχε πόστο στα οχυρωματικά έργα του Αλή Πασά στα Γιάννενα. Επίσης, ο σύγχρονός του, Δήμος Ζημπανιώτης, που άφησε πίσω του ναούς-πρότυπα, όπως ο Άγιος Αθανάσιος στο Λαύκο Πηλίου και η Παναγία Λαμπηδώνας (θεόσταλτη λάμψη) στην Τσαγκαράδα. Ο Γιώργος Κούστας, δημιουργός του μοναστηριού της Αγίας Τριάδας Βυθού και -από την ίδια φάρα- ο Νίκος Κούστας. Ο Μαστορομιχάλης Ζωπανιώτης. Και -πριν από αυτούς, γύρω στα 1740 έως 1770- οι Παναγιώτης Κατσαδήμος, Ιωάννης Τσιότσης, Αθανάσιος και Νικόλαος Μπαμπαλής και Ζήσης Περβανάς.
Και ο Τριαντάφυλλος Καπετανόπουλος, που έχτιζε γέφυρες στην Αφρική (σύμφωνα με έκδοση του Πολιτιστικού Συλλόγου και του δημοτικού σχολείου Πενταλόφου του 1999, με τίτλο «Ζουπανιώτες Μάστοροι», που έθεσε στη διάθεση του ΑΠΕ-ΜΠΕ ο δάσκαλος του χωριού, Γιάννης Ζέρβας).
Τα έργα των πετράδων αναδείκνυαν οι λιθογλύπτες, όπως ο Μίλιος (Ζουπανοπολίτης). Μέσα από τα χέρια τους, πάνω στην πέτρα -σε εντοιχισμένες πλάκες, περιθυρώματα και σκαλίσματα τζακιών- άνθιζαν μακρύμισχα άνθη και ξεπηδούσαν πουλιά και δικέφαλοι αετοί, βλαστοί, φτερωτά φίδια και επιγραφές θαρρείς κεντημένες. Βέβαια, η αμμώδης φύση της πέτρας που κυρίως χρησιμοποιούσαν -γκρίζος ψαμμίτης- έχει ήδη οδηγήσει στη φθορά πολλά από τα απαράμιλλα έργα τους, τα οποία -σύμφωνα με τον κ.Τακαλιό- θα πρέπει να προστατευτούν, ενδεχομένως με τη δημιουργία μιας ειδικής αίθουσας.
Και αν τα έργα των μαστόρων μόλις τώρα έχουν αρχίσει να φθείρονται, η αρχή του τέλους για τους ίδιους τους τεχνίτες τοποθετείται στην περίοδο μετά το ’40. Τότε, αρχίζει η μαζική παραγωγή κατασκευών, οι ομάδες τους εντάσσονται σιγά-σιγά (και κατ’ ανάγκη) σε εταιρίες και μπαίνουν τα θεμέλια για την …επικράτεια του τσιμέντου.
Στη Δ. Μακεδονία, όμως, την Εύβοια, την Πελοπόννησο, ακόμη και την ευρωπαϊκή Τουρκία, η πέτρα δίπλα στο τσιμέντο επιμένει να διηγείται ακόμη μια δική της ιστορία. Με αφετηρία τις διαδρομές τουλάχιστον τριών αιώνων των «νομάδων» του Ζουμπανίου…

Ζουπανιώτες: Συνέντευξη του τελευταίου των Δυτικομακεδόνων "νομάδων της πέτρας"

Της Αλεξάνδρας Γούτα, ΑΠΕ.ΜΠΕ

Είναι 96 χρονών. Ο τελευταίος -ίσως- μιας σειράς νομάδων δουλευτών της δυτικής Μακεδονίας, που, ταξιδεύοντας με καραβάνια από Αλεξανδρούπολη, Πήλιο και Μωριά ίσαμε την Κωνσταντινούπολη, το Ιράν και την Αφρική, «δάμασαν» την πέτρα και την «ανάγκασαν» να γίνει γέφυρα τοξωτή, εκκλησιά περήφανη, βρύση ζηλευτή, αρχοντικό σπίτι ή οχυρό απόρθητο.

Με άλλα λόγια, είναι από τους τελευταίους -αν όχι ο τελευταίος- των παλιών καλών «Ζουμπανιωτών» -και Ντουλιανωτών (Βυθινών)- μαστόρων, που δημιούργησαν έργα άφταστα από γκρίζο ψαμμίτη. Μάστορες που, ξεκινώντας κάθε Μάρτιο από το Ζουπάνι ή Ζουμπάνι (Πεντάλοφος Κοζάνης), «όργωναν» την Ελλάδα χτίζοντας, ενώ είχαν επινοήσει και τη δική τους συνθηματική γλώσσα, οχυρό όχι από πέτρα, αλλά από λέξεις, που τους προστάτευε απέναντι σε «αμύητους».

Ο Βυθινός Σωτήρης Καλύβας -που στα μάτια του η πέτρα «μιλάει» ακόμη- πρωτοπήγε «μαστορούλι» στους μεγάλους Ζουμπανιώτες μάστορες το 1927 και το 1930 έκανε το πρώτο του ταξίδι, προς Τρίπολη. Παιδί αμούστακο ακόμη, έγινε μέλος της ομάδας του συγχωριανού του, Δημήτρη Τζιούγκαβου.
Έκτοτε, ξεκίνησε μια «μάχη» μισού αιώνα με το δρόμο, την πέτρα και τις ίδιες τις ανθρώπινες αντοχές. Στην πορεία νόσησε από ελονοσία, διήνυσε εκατοντάδες χιλιόμετρα με κάθε είδους καιρικές συνθήκες, κατασκεύασε έργα-«κοσμήματα», αλλά και συμμετείχε στον ελληνοϊταλικό πόλεμο το 1940-41.
«Εγώ τη διάλεξα την πέτρα»
«Δούλεψα την πέτρα για 50 χρόνια. Εγώ τη διάλεξα. Δεκατεσσάρων χρονών. Ο πατέρας μου, που ήταν πολύ θρησκευόμενος, ήθελε να μάθω τα γράμματα. Εμένα μου είχε κολλήσει η ιδέα να γίνω μάστορας. Με έσπασε στο ξύλο μια μέρα για να με μεταπείσει. Μ’ έσωσε η νυφαδιά μου», διηγείται στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ.Καλύβας, που σήμερα ζει στη Βέροια και, ακόμη, όπως λέει, όταν βλέπει πέτρα, τού ΄ρχεται να την πιάσει στα χέρια του και να χτίσει.
Τελικά, «πέρασε το δικό του» του Σωτήρη. Μπήκε για δύο μήνες στη δούλεψη ενός μάστορα. Σκληρό όμως το μεροκάματο της πέτρας, ιδίως για ένα παιδί. Γύρισε σπίτι και ξανάπιασε τα βιβλία. Αυτή τη φορά, όμως, ήταν ο πατέρας του, που τον «γύρισε» πίσω: «Την πέτρα αγαπάς, εκεί θα πας», του ΄πε.
Και πήγε. Με ομάδες μαστόρων πήγε σε όποια γωνιά της Ελλάδας καλούσαν τους απαράμιλλους Δυτικομακεδόνες «πετράδες»: Μεσσηνία, Αλεξανδρούπολη, Καλαμάτα, Μελιγαλά…
«Σκληρή ζωή. Στον Μελιγαλά, όπου χτίσαμε φράγματα, είχε πάρα πολύ κουνούπι. Έπαθα ελονοσία και έμεινα στο κρεβάτι 15 ημέρες. Βέβαια, έρχονταν τα κορίτσια από το χωριό, που μαγείρευαν για εμάς, και με πρόσεχαν», θυμάται. Με το που στάθηκε όρθιος, επέστρεψε στο «γιαπί», αν και η ελονοσία τού άφησε το σημάδι της: στίγμα στον πνεύμονα.
Ο δρόμος ήταν το δεύτερο σπίτι του. Η ομάδα του και αυτός δεν έμεναν για πολύ σε έναν τόπο. Η δουλειά, είτε οι ξαφνικές περιπέτειες της ζωής, τους ανάγκαζαν να συνεχίσουν την πορεία τους. Του ζητάς να διηγηθεί κάποια δυνατή ανάμνηση. Χαμογελάει γλυκόπικρα και «ταξιδεύει» στο ταραγμένο 1946.
«Το ’46, είχαμε φύγει από τον Μάρτιο με τον Μπαρμπανικόλα, για να πάμε Καρδίτσα. Βλέποντας σε ένα χωριό μια στοίβα πέτρες, μάθαμε ότι είναι του προέδρου του χωριού, που θέλει να χτίσει σπίτι στην κόρη του. Κάπως έτσι πιάναμε δουλειά. Χτίσαμε το σπίτι και λίγο μετά ήρθε διαταγή ότι δεν μπορούν ξένοι μετακινούμενοι να χτίσουν εκεί. Πώς θα γινόταν αυτό; Εμείς έτσι ζούσαμε και δουλεύαμε, μετακινούμενοι. Τί θα κάναμε; Ξαναπήραμε τον δρόμο. Φτάσαμε εκεί που είναι σήμερα η λίμνη του Πλαστήρα. Δουλεύαμε καλά σε ένα χωριό μέσα στο δάσος. Εκεί, μια μέρα, βλέπουμε να βγαίνουν οπλισμένοι από το δάσος 30-40 αντάρτες τραγουδώντας. Δεν μας πείραξαν, αλλά εμείς φοβηθήκαμε και ξαναφύγαμε. Φτάσαμε στους Σοφάδες και από εκεί στα Φάρσαλα, με τα πόδια, κάτω απ΄τη βροχή. Έτσι ζούσαμε εμείς…»
Μάρτιος 1860, ξημερώματα… Έτσι ζούσανε… Γενιές και γενιές…
Η ιστορία των πετράδων της δυτικής Μακεδονίας ξεκινά πολλά χρόνια πριν τη γέννηση του Σωτήρη Καλύβα, πριν καν τελειώσει ο 18ος αιώνας. Μάλιστα, γύρω στα 1850-1860, τα ταξίδια τους εκτός των συνόρων γίνονταν πολύ συχνότερα. Δεκάδες ιστορίες «μετανάστευσης», στους δρόμους της πέτρας, διαδίδονται από στόμα σε στόμα? Και λίγο-πολύ, όλες έχουν κοινή αφετηρία.
… Μάρτιος 1860, ξημερώματα. Ο ουρανός κατάμαυρος και το κρύο τσουχτερό κάτω από τις καστανιές και τις οξιές. Μπροστά στο φωτισμένο παράθυρο της καλύβας, σε υψόμετρο 1.060 μέτρων, το «μπουλούκι» ανθρώπων και ζώων ίσα που διακρίνεται. Πέντε άντρες, τυλιγμένοι με μάλλινες κάπες, ελέγχουν για τελευταία φορά τις προμήθειές τους, τα πέταλα των μουλαριών και τα εργαλεία τους – βαριά σφυριά, «μάτρακες» και «βελόνες» λιθογλυπτών.
Δίπλα τους, ένα αγόρι 10-11 χρονών, τρίβει ακόμη τα μάτια του νυσταγμένο, αλλά φορτώνεται κι αυτό το δισάκι του. Είναι το «μαστορούλι» της ομάδας. Η μάνα παρακολουθεί από το παράθυρο το πρώτο φευγιό του γιου της, κάνοντας τον σταυρό της. Δίπλα στην πόρτα ακουμπισμένο το γκιούμι με το νερό και μέσα του το κλωνάρι της κρανιάς (για να είναι γεροί στην ξενιτιά), το θυμιατό και το θυμίαμα (για να φύγουν οι «δαιμόνοι» από τον δρόμο τους), Πριν φύγει, ο μάστορας θα κλωτσήσει το γκιούμι, να χυθεί το νερό, ώστε «έτσι γρήγορα, όπως χύνεται το νερό, να γυρίσει κι αυτός».
Το «κλαψόδεντρο»
Νωρίτερα, είχαν πάει όλοι μαζί στο «κλαψόδεντρο», στην τοποθεσία Τσούκα, για να κλάψουν με την ησυχία τους και να αποχαιρετιστούν. Η μάνα είχε ανοίξει την παλάμη του γιού της και είχε βάλει μέσα μια-δύο δραχμούλες, που ο μικρός έριξε πάνω στα χορτάρια, «για να αυγατίσουν σαν τα χορτάρια». Ο μεσαίος γιος, νιόπαντρος ακόμη, κρυμμένος πίσω από το «κλαψόδεντρο» με τη γυναίκα του, να την ασπαστεί, χωρίς να τον δουν οι «μεγάλοι»…
Κάπως έτσι ολοκληρώθηκαν οι αποχαιρετισμοί και σε λίγο οι πέντε θα αφήσουν πίσω τους το Ζουπάνι. Θα ταξιδέψουν μέχρι την Κωνσταντινούπολη για να χτίσουν μεταβυζαντινές εκκλησιές, μέγαρα μπέηδων και οχυρά. Είναι Ζουμπανιώτες μάστορες, «γητευτές» της πέτρας.
Καραβάνια ομοίων τους έχουν χαράξει τις διαδρομές τους ήδη από την τρίτη δεκαετία του 18ου αιώνα, για να πάνε σε Πήλιο, Εύβοια, Ρούμελη και Μωριά, να δαμάσουν τον γκρίζο ψαμμίτη και να φτιάξουν εκκλησίες, τοξωτά γεφύρια, βρύσες και μύλους, που όμοιά τους δεν υπάρχουν. Έργα αψεγάδιαστα.
Τους καλούν από κάθε γωνιά της Ελλάδας, κι όχι μόνο. Ορισμένοι, Ζουμπανιώτες ή Βυθινοί, φτάνουν ακόμη και στην Αφρική ή τον Υπεριρανικό Σιδηρόδρομο. Κάποιους τούς εμπιστεύεται και ο ίδιος ο Αλή Πασάς. Όμοιοί τους δεν υπάρχουν.
Η συνθηματική γλώσσα των νομάδων της πέτρας
Για να φτάσουν στον προορισμό τους θα διανυκτερεύσουν στην ύπαιθρο. Θα κοιμηθούν κατάχαμα, γύρω από φωτιές. Ή, το πολύ, σε άθλια -από άποψη υγιεινής και περιβάλλοντος- χάνια, όπου συχνάζουν περιθωριακοί τύποι, αλλά κι άλλοι περιπλανώμενοι δουλευτές: βοσκοί, αργυροχρυσοχόοι, «τερζήδες» (ράφτες-κεντητές) και «βαγενάδες» (βαρελοποιοί)…
Για να προστατεύεται η ομάδα, οι «νομάδες της πέτρας» έχουν επινοήσει συνθηματική γλώσσα, αποτελούμενη από 120-140 λέξεις, γεννημένες για να περιγράψουν ή να ιστορήσουν φαγητό, δουλειά, αφεντικά και αρχές, χρήματα, ποτό, σωματικές ανάγκες και σεξ.
Θα πουν «καψαλνώ» αντί φεύγω. «Βροχώνω» αντί πιάνω/παίρνω. «Μπαρός/μ’χός» αντί εργοδότης. «Αγκίδα» αντί για νεαρή κοπέλα. «Ζέρβοι» αντί για Τούρκοι και «Ζήνας» αντί για χωροφύλακας. «Ξιφλιάζω» αντί αποκαλύπτω. Θα πουν «βρόχωσα το κολοβό» για να εξηγήσουν ότι πληρώθηκαν και «η μ’χούσα φ’σάει όρματ΄αγουγιάτις», όταν διαπιστώσουν ότι η νοικοκυρά έχει ωραία πόδια, αλλά -για ευνόητους λόγους- δεν θέλουν να τους ακούσει ο νοικοκύρης.
Θα πουν «φ’ σω» αντί για υπάρχω και είμαι. Υπάρχουν και είναι. Είναι γνωστοί παντού για την τέχνη τους. Στο Πήλιο, από τις 20 εκκλησιές κάθε τύπου τον 18ο αιώνα, οι 13 είναι έργα Ζουπανιωτών, γράφει ο αρχιτέκτων Μιλτιάδης Πολυβίου, διδάκτωρ ΕΜΠ. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στη Δ.Θεσσαλία («Εν Βόλω», 2004, Τεύχος 12ο, «Φορείς της Ναοδομίας στο Πήλιον 1700-1861», Μ.Πολυβίου).
Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα έργα δεν αναγράφουν καν συγκεκριμένα ονόματα. Αρκούν δύο λέξεις: «Μάστοροι Ζουπανιώτες». Η περήφανη δήλωση ότι οι κατασκευαστές προέρχονται από το Ζουπάνι θεωρήθηκε αρκετή, ώστε να κριθεί περιττή η αναφορά ονομάτων. Είναι τόσο καταλυτική η παρουσία τους, που γρήγορα οι Πηλιορείτες αρχίζουν να αποκαλούν «Ζουπανιώτες» όλους τους τεχνίτες από την Ήπειρο!
Απόγονος οκτώ γενιών «πετράδων»
Ο φιλόλογος Ανδρέας Τακαλιός «ρίζωσε» στην παρακαταθήκη που άφησαν πίσω τους 6-8 γενιές Ζουπανιωτών μαστόρων ή 200-250 χρόνια δημιουργικός «πόλεμος» με την πέτρα. Ο κ. Τακαλιός, μέλος Πολιτιστικού Συλλόγου Πενταλόφου, μίλησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ για τον παππού του (πατέρα της μητέρας του), Νικόλαο Μπαμπαλή, «πελεκάνο» (πελεκητή) και μάστορα των τοξωτών γεφυριών.
Ο Νικόλαος Μπαμπαλής, όταν ταξίδευε, έπαιρνε μαζί του και το δίχορδο «ταμπουρά» του, ένα μουσικό όργανο όχι σύνηθες στη Δ.Μακεδονία. ‘Οταν το «μπουλούκι» ξαπόσταινε, ο Νικόλαος έκανε το μικρό όργανο να τραγουδήσει, χαϊδεύοντας τις χορδές του με μια φλούδα κερασιάς.
Οι μάστορες ήταν σκληροί δουλευτές, αλλά και γλεντζέδες και «γερά ποτήρια». Νομάδες, λόγω δουλειάς, συμμετείχαν σε γλέντια, χορούς και γάμους των περιοχών, όπου έχτιζαν. Στις 15/1/1933, «Το Βόιον» έγραφε: «[…] Με το θαυμάσιον κρασί της Παλαιουπόλεως [σ.σ. της νήσου Ανδρου] και με τους εκλεκτούς μεζέδες της θαλάσσης, εδημιούργησεν ένα γλέντι αρκετά καλό. Εις αυτό παρευρέθησαν οι ενταύθα ευρισκόμενοι χτίσται (αρχείο Α.Τακαλή)». Όταν το έργο που είχαν αναλάβει τελείωνε, οι χτίστες μπορούσαν να απολαύσουν το «ζειαφέτι» τους, το φίλεμα δηλαδή, που τους έκανε η …αναθέτουσα αρχή.
Στα γλέντια, τα αστεία πολλά και «πιπεράτα», με έντονα σεξουαλικά υπονοούμενα, καθώς έμεναν για πολύ καιρό μακριά από τα σπίτια και τις γυναίκες τους. Ίσως για αυτό το γυναικείο στοιχείο κατόρθωσε να παρεισφρήσει ακόμη και στις κατασκευές τους -είναι πολύ συνήθης η παράσταση γυναικείου στήθους ως απόληξης αγκωναριού στα έργα τους, αν και κατά ορισμένους δεν συνδέεται με την έλλειψη της γυναίκας, αλλά αποτελεί παραπομπή στην αφθονία.
Το «Σχολείο των μαστόρων»
Δεν ήταν εύκολο να πάρει κάποιος τον τίτλο του Ζουπανιώτη μάστορα. Το «σχολείο» κρατούσε χρόνια ολόκληρα. Όπως εξηγεί ο κ.Τακαλιός, η μαθητεία ξεκινούσε από πολύ νεαρή ηλικία, αφού τα «μαστορούλια» ή «λαγούδια» ήταν 9-14 ετών. Επικεφαλής της ομάδας των κτιστών, που συχνά αποτελείτο μεν από συγγενείς, αλλά απαραιτήτως άξιους τεχνίτες στο δούλεμα της πέτρας, ήταν ο «κάλφας», με γνώσεις μηχανικής, πελεκητής και ο ίδιος.
Τα μαστορούλια «έμπαιναν» στο χώρο κάνοντας όλα τα θελήματα, από το να φτιάξουν λάσπη και να κουβαλήσουν πέτρες στα μουλάρια, μέχρι να πλύνουν τα ρούχα του μάστορα. Δίπλα στα πιτσιρίκια, ο «νταμαρτζής»: με μπαρούτι αποκολλούσε τις πέτρες από το βουνό -πολλοί νταμαρτζήδες ακρωτηριάστηκαν.
Αν ο μαθητής τα πήγαινε καλά, «προαγόταν» σε κτίστη της εσωτερικής πλευράς του τοίχου. Αν τα πήγαινε ακόμη καλύτερα, «είχε πρόσωπο» να διεκδικήσει θέση κτίστη εξωτερικής πλευράς, που ήθελε μεγάλη μαεστρία. Κοντά στην «κορυφή» της πυραμίδας βρισκόταν ο μάστορας της πλακοσκεπής, που είχε ήδη δώσει πολλές εξετάσεις, ενώ ο κυρίαρχος ήταν ο μάστορας πελεκητής.
«Αν κάποιος έφτανε στα τελευταία δύο στάδια, αυτό ήταν επίτευγμα. Στους δέκα, μόνο ο ένας έφτανε εκεί. Συνήθως έπρεπε να ξεπεράσει την ηλικία των 35-40 χρόνων για να πάρει τέτοια θέση», εξηγεί ο κ. Τακαλιός. «Κεφάλι πράσο θα φας μόνο όταν γίνεις μάστορας [Μέχρι τότε θα τρως μόνο τα φύλλα]», έλεγαν στο Δίλοφο.
Ο επικεφαλής μάστορας («κάλφας») διάλεγε τα μέλη της ομάδας του στη διάρκεια του χειμώνα. Μετά τη γιορτή του Αγίου Θεοδώρου, κοντά στις απόκριες, το «μπουλούκι» έφευγε και, είτε περιπλανιόταν εβδομάδες ψάχνοντας για δουλειά, είτε πήγαινε εκεί που το είχαν καλέσει ήδη από το προηγούμενο καλοκαίρι.
Κάποιοι δεν επέστρεφαν ποτέ. Ορισμένοι έμεναν στην Κωνσταντινούπολη, όπου πήγαν κυρίως μετά το 1856 με τις μεταρρυθμίσεις του Ισλαχάτ-Χάττ-ι Χιουμαγιούν, που έδιναν κάποιες συνταγματικές διευκολύνσεις στις μειονότητες. Εκεί μάλιστα, δημιούργησαν ολόκληρη παροικία.
Άλλοι, «κολλούσαν» στον Έβρο κατά τον δρόμο της επιστροφής. Παντρεύονταν εκεί, αποκτούσαν παιδιά, έχτιζαν τα νέα σπίτια τους. Ένας-δύο «άφησαν τα κόκαλά τους» στο Ιράν, όπου μια ομάδα περίπου 40 Βυθινών ταξίδεψε για να εργαστεί στον Υπεριρανικό Σιδηρόδρομο.
Το …θαυματουργό «κουρασάνι» και τα μανιτάρια για τα γιαπράκια
Πώς φτιάχνονταν σπίτια, ναοί και γέφυρες; Αφού η πέτρα τιθασευόταν με τον ματρακά (εργαλείο παρόμοιο με βαριοπούλα), τα σφυριά και τα βελόνια, έπρεπε να παρασκευαστεί το «κουρασάνι», ένας κοκκινωπός πηλός -το τσιμέντο της εποχής. Έτσι σηκώνονταν και κρατιούνταν ενωμένα τα έργα τέχνης της πέτρας.
Και στην ανάπαυλα από το χτίσιμο, τα μαστόρια όλο και νοσταλγούσαν το φαγητό του τόπου τους, τ΄αγαπημένα τους «γιαπράκια», με μανιτάρια στη γέμιση, που δεν μπορούσαν να τα βρουν εύκολα.
Γράφει ο μάστορας στη γυναίκα του, στις 29/6/1889, από τη Σπάρτη (αρχείο Α.Τακαλιού): «Να μου φτιάσεις μια κοντούσα (σ.σ. κάπα)… Σε παρακαλώ να μας στείλεις και μίαν οκάν μαντάρια [σ.σ. αποξηραμένα μανιτάρια], μέσα εις τις τζέπις [σ.σ. τσέπες] της κοντούσας να τα βάλεις».
Το μεροκάματο, το αλεύρι και τα σωματεία
Το φαγητό -αν όχι ποιοτικό, τουλάχιστον πολύ- ήταν κάτι παραπάνω από απαραίτητο για τους μάστορες, που δούλευαν από τη στιγμή που ξεμύτιζε ο ήλιος ώσπου να βραδιάσει. Το 1934 ο μισθός τους δεν ξεπερνούσε τις 34 δραχμές. Την ίδια εποχή, ένα τσουβάλι αλεύρι καλής ποιότητας για την παρασκευή ψωμιού κόστιζε περί τις 470 δρχ.
Ίσως η δυσκολία να βγάλουν τα προς το ζην, τους έσπρωξε από νωρίς και στο «συνδικαλίζεσθαι». Το 1935 υπήρχε Σωματείο Οικοδόμων στον Πεντάλοφο, ενώ οι ζουμπανιώτες μάστορες-ταξιδευτές, μαζί με κάποιους διανοούμενους, δημιούργησαν και τους πρώτους κομμουνιστικούς πυρήνες στον τόπο τους, σύμφωνα με τον κ.Τακαλιό.
Οι απαράμιλλοι πετράδες και τα φτερωτά φίδια
Ανάμεσα σε πλειάδα γνωστών Ζουμπανιωτών μαστόρων ξεχωρίζουν ο κάλφας Κώστας Καρράς, που το 1816 θεωρείται ότι είχε πόστο στα οχυρωματικά έργα του Αλή Πασά στα Γιάννενα. Επίσης, ο σύγχρονός του, Δήμος Ζημπανιώτης, που άφησε πίσω του ναούς-πρότυπα, όπως ο Άγιος Αθανάσιος στο Λαύκο Πηλίου και η Παναγία Λαμπηδώνας (θεόσταλτη λάμψη) στην Τσαγκαράδα. Ο Γιώργος Κούστας, δημιουργός του μοναστηριού της Αγίας Τριάδας Βυθού και -από την ίδια φάρα- ο Νίκος Κούστας. Ο Μαστορομιχάλης Ζωπανιώτης. Και -πριν από αυτούς, γύρω στα 1740 έως 1770- οι Παναγιώτης Κατσαδήμος, Ιωάννης Τσιότσης, Αθανάσιος και Νικόλαος Μπαμπαλής και Ζήσης Περβανάς.
Και ο Τριαντάφυλλος Καπετανόπουλος, που έχτιζε γέφυρες στην Αφρική (σύμφωνα με έκδοση του Πολιτιστικού Συλλόγου και του δημοτικού σχολείου Πενταλόφου του 1999, με τίτλο «Ζουπανιώτες Μάστοροι», που έθεσε στη διάθεση του ΑΠΕ-ΜΠΕ ο δάσκαλος του χωριού, Γιάννης Ζέρβας).
Τα έργα των πετράδων αναδείκνυαν οι λιθογλύπτες, όπως ο Μίλιος (Ζουπανοπολίτης). Μέσα από τα χέρια τους, πάνω στην πέτρα -σε εντοιχισμένες πλάκες, περιθυρώματα και σκαλίσματα τζακιών- άνθιζαν μακρύμισχα άνθη και ξεπηδούσαν πουλιά και δικέφαλοι αετοί, βλαστοί, φτερωτά φίδια και επιγραφές θαρρείς κεντημένες. Βέβαια, η αμμώδης φύση της πέτρας που κυρίως χρησιμοποιούσαν -γκρίζος ψαμμίτης- έχει ήδη οδηγήσει στη φθορά πολλά από τα απαράμιλλα έργα τους, τα οποία -σύμφωνα με τον κ.Τακαλιό- θα πρέπει να προστατευτούν, ενδεχομένως με τη δημιουργία μιας ειδικής αίθουσας.
Και αν τα έργα των μαστόρων μόλις τώρα έχουν αρχίσει να φθείρονται, η αρχή του τέλους για τους ίδιους τους τεχνίτες τοποθετείται στην περίοδο μετά το ’40. Τότε, αρχίζει η μαζική παραγωγή κατασκευών, οι ομάδες τους εντάσσονται σιγά-σιγά (και κατ’ ανάγκη) σε εταιρίες και μπαίνουν τα θεμέλια για την …επικράτεια του τσιμέντου.
Στη Δ. Μακεδονία, όμως, την Εύβοια, την Πελοπόννησο, ακόμη και την ευρωπαϊκή Τουρκία, η πέτρα δίπλα στο τσιμέντο επιμένει να διηγείται ακόμη μια δική της ιστορία. Με αφετηρία τις διαδρομές τουλάχιστον τριών αιώνων των «νομάδων» του Ζουμπανίου…